Όλα, κύριε Νίκο, είναι εδώ…


Γράμμα στον  κύριο Νίκο Γκάτσο

Το σπασμένο βιολί του κόσμου ακόμα ουρλιάζει,
στα νωπά σπαρμένα χωράφια η μέρα χαράζει,
φαντάροι χορεύουν τις νύχτες σε άδειες ταβέρνες,
δελφίνια στο πέλαγο μόνα, νεράκι στις στέρνες.

Νησιά ταξιδεύουν στον ήλιο, κανείς δεν μιλάει,
την άνοιξη όλοι προσμένουν κι αυτή προσπερνάει.

Όλα, κύριε Νίκο, είναι εδώ,
όπως τα άφησες εσύ κι όπως τα ξέρεις
από της λύπης τον καιρό.
Κι όταν γυρίσεις και σε δω,
μέσα στη στάμνα τη χρυσή νερό να φέρεις,
της λησμονιάς πικρό νερό.

Το πιστό σκυλί της Ιθάκης στα πόδια σου κλαίει,
η καλή παλιά Περσεφόνη τραγούδια σού λέει,
η φωτιά πληγή που σε καίει δεν λέει να γιάνει,
το πικρό το όνειρο φταίει του αδελφού Μακρυγιάννη.

Πόσο ακόμα ραγιάδες η Κρήτη κι η Μάνη,
σκοτεινές μαυροφόρες μανάδες στου Οδυσσέα το χάνι;

(Γιώργος Ανδρέου)

Next!


Όταν κλείνει ένας κύκλος το καταλαβαίνεις.
Είναι το ασφυκτικό κροπάρισμα που πίστευες ότι είναι η μια και μοναδική σου ματιά, ή τουλάχιστον η σημαντικότερη.
Και μετά ξεστραβώνεσαι και καταλαβαίνεις ότι είναι η αλυσίδα που είχε τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό σου, που σου έτρωγε τα σωθικά.
Κι εγώ που νόμιζα ότι αυτό το μαζοχιστικό παιχνίδι με τις αλυσίδες είναι φυσικό μου!
Τελικά, το ένστικτο της επιβίωσης αποδεικνύεται πολύ πιο ισχυρό από την πιο σφιχτοδεμένη, ατσάλινη αλυσίδα.
-Next!!!

από την Γιώτα Παπαδοπούλου

Let me tell you a story;


Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
στην αδρεναλίνη
που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου
όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
και μετά στο υγρό
που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

Έφτασα σ’ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
προτού ακόμα μπορέσεις  να καταλάβεις κάτι
απ’ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια,
προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
Όταν ήσουν απροστάτευτος κι εκτεθειμένος,
όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.

Μ’ έφερε στη ζωή σου
το χέρι της μαγικής σκέψης
με συνόδευαν
οι προλήψεις και τα ξόρκια
τα φετίχ και τα φυλαχτά
οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση
οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου…

Προτού μάθεις πως υπήρχα
διαίρεσα την ψυχή σου σ’ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο
σκότους.
Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.

Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής
σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου,
τις ασχήμιες σου,
τις ανοησίες σου,
τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός»
όταν σου είπα πρώτη φορά στο αφτί
ότι κάτι δεν πήγαινε καλά σ’ εσένα.

Υπάρχω πριν από τη συνείδηση,
πριν από την ενοχή,
πριν από την ηθική,
πριν από τις αρχές του χρόνου,
πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του
όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν γυμνός…
και το κάλυψε.

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης,
ο ανεπιθύμητος επισκέπτης,
και ωστόσο,
είμαι ο πρώτος που ήρθα κι τελευταίος που θα φύγω.
Έγινα ισχυρός με τον καιρό
ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή.

Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου,
που σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις,
για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία
των συντρόφων σου στο σχολείο
όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου.
Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη
και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων»
που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους,
έτσι όπως είμαι δυνατός,
και για τον απλό λόγο
ότι είμαι γυναίκα,
ότι είμαι νέγρος,
ότι είμαι Εβραίος,
ότι είμαι ομοφυλόφιλος,
ότι είμαι ανατολίτης,
ότι είμαι ανάπηρος,
ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός…
μπορώ να σε μεταμορφώσω
σ’ ένα σωρό σκουπίδια,
σε παλιοσίδερα,
σε αποδιοπομπαίο τράγο,
στον παγκόσμιο υπεύθυνο,
σ’ έναν καταραμένο
μπάσταρδο
μιας χρήσης.

Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών
με υποστηρίζουν.
Δε μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που
για να με αντέξεις
πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου,
ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά,
στους αιώνες των αιώνων.

Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου
θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
σε υψηλά ιδανικά,
σε αυτοκριτική,
σε πατριωτισμό,
σε ηθικές αξίες,
σε καλές συνήθειες,
σε αυτοέλεγχο.

Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη
που θα θελήσεις να με αρνηθείς
και, γι’ αυτό,
θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου,
πίσω από τα ναρκωτικά,
πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα,
πίσω από τις νευρώσεις σου,
πίσω από την ανισόρροπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τι κάνεις όμως
δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί,
πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου
μέρα και νύχτα,
ακούραστα,
δίχως όρια.

Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης,
της κτητικότητας,
της πίεσης,
της ανηθικότητας,
του φόβου,
της βίας,
του εγκλήματος,
της τρέλας.

Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης
κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ’ αυτό το φόβο.
Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι
αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν,
το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος
που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι,
γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει
εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα,
τα πιο γελοία,
τα λιγότερο επιθυμητά και από σένα τον ίδιο.

Χάρη σ’ εμένα
έμαθες να συμβιβάζεσαι
με αυτά που σου δίνει η ζωή
γιατί τελικά
οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω
από αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.

Το μάντεψες, έτσι δεν είναι?
ΕΙΜΑΙ… ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ
ΠΟΥ ΝΙΩΘΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΣΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ.

Θυμήσου την ιστορία μας…

Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα
που αφέθηκες να πεις περήφανος:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»
Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος,
κατέβασες το κεφάλι
κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου
με ένα συλλογισμό:
«ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…»

(Jorge Bucay)

Νίκη;



Κύμα το κύμα, κυματάκι.
Θάλασσα.
Πετούνε τα λευκά.
Κοίλα, με σταυρούς στην κορυφή
Το κοκκινόχωμα από κάτω, έντεκα μήνες
τις Πασχαλιές εγκυμονεί.

Η πλάτη Σου, σηκώνει το πέλαγος.
Τα μαλλιά Σου, γέρνουν στην αλμύρα αυτής της βόλτας.
Φωτογραφία μαυρόασπρη, κι όμως, όλα τα χρώματα
κι άλλα πολλά, γαλάζια, μπλε, λευκά
τυλίγουν το ξανθό κεφάλι Σου.

Σύννεφα τα σύννεφα υποχωρούν στο κόκκινο του

γέλιου Σου.

Μένει η πιστή ζακέτα, στο φιλμ, μαυρόασπρο χαρτί.

Φωτογραφία:
Ακούω τη βοή
νιώθω τον αέρα. Έρχεται.

Είναι εύκολο να πιάσεις τ’ αστέρια στο Αιγαίο.
Σέβονται τα πεύκα και τα ύφαλα
και σκύβουν το φως τους χαμηλά.

Πάνω στα βόρεια, είναι αλλιώς.
Ας πούμε, στη Σαμοθράκη.
Η Γη, βασιλεύει μονόλογη εκεί.
Συνομιλεί μόνο με τα ποτάμια
μόνο με τα γιγαντιαία κουνούπια των ελών.

Αβγά, φέτα, ελιές και ψωμί προσφέρουν πάντα οι ορεινοί.

Φρούτα, νερό, ψωμί και την ευχή τους
οι Νότιοι των κυμάτων.

Το ξέρω, απο τη φωτογραφία:
Το χαμογελο που έφυγε από τα χείλη Σου
κι αποτυπώθηκε για πάντα στο χαρτί
είναι ντυμένο στην ευχή.

Ευλογημένο.

Τις νύχτες στις αμμουδιές
φυτρώνουν οι κιθάρες
οι φωτιές
κι όμορφα κορίτσια
που δεν είναι κανενός.

Πεταλούδες ανοιξιάτικης Τζιας.
Αγριολούλουδα αγόρια
άγουρα για το καλοκαίρι
αδύναμα για το κρύο του χειμώνα.

«Ούτε του σπέρνειν ούτε του θερίζειν».

Είναι λοιπόν φορές που οι φωτογραφίες στοιχειώνουν.

Συνήθως, αυτό γίνεται βράδυ όταν τα κύματα
αφρίζουν στον εγκέφαλό σου
και εμφανίζουν τις μνήμες.

Πάει σχεδόν τέσσερις* ξημερώνει όπου να’ ναι.

Νομίζεις πως ακούς τη φωνή Της να σε φωνάζει
φεύγουν δέκα λεπτά
μέχρι να παφλάσει το δάκρυ στο μάτι σου
γιατί κατάλαβες, γιατί κατάλαβες,
πως η φωνή, η φωνή ήταν μια γάτα που’ κλαιγε
και συ στον ύπνο σου πνίγηκες σε μια σταγόνα δάκρυ
βυθίστηκες στον πάτο του πόνου σου
εκεί*
στα ναυάγια και στα σπασμένα κατάρτια
του βυθού σου
που λικνίζονται με φύκια και άμμο διαταραγμένη.

Λάσπη καφετιά, μαυρόασπρη φωτογραφία παλιά
που με το πέρασμα του χρόνου δεν κιτρίνισε
και μπήκε σ’ ένα καδράκι ακίνητη, ξεχασμένη
αγάπη που δε γεννήθηκε
μα κάθε τόσο ζωντανεύει, στοιχειώνει
σαν γάτα αγριεμένη
απο την ξαφνική πτώση ενός καπακιού σκουπιδοντενεκέ.

Περνάει ο τρόμος
μένει η στεναχώρια
κι έτσι τουλάχιστον με τη γάτα αφορμή και οδηγό
ταξιδεύεις.

Περίεργα πράγματα, ε;

(Γιώργος Πήττας)

Τότε θα γίνουμε αερόστατα…


Αυτή τη νύχτα δεν κοιμάμαι βγάζω από πάνω μου τα άδεια δωμάτια, κρεμάω στη φαρμακαποθήκη τα φιλιά, δεν θα’ χω στόμα μονάχα ένα φωτάκι δίχως ήχους και θορύβους. Όταν θα ‘ρθεις θα σφυρίξει εκκωφαντικά, θ’ ανοίξει η φορμόλη τα φιλιά και τα χείλη, θα βάλεις όποιες λέξεις θέλεις στη θέση της γλώσσας, θα καταπιώ εκείνες που σε πονάνε και θ’ απλώσω το ‘’ε’’ της εξημέρωσης στα καινούρια σεντόνια. Θα σου δείξω πως πεθαίνει μια ανάσα και πως ανασταίνεται ουρλιάζοντας. Θα ρουφήξω όλη τη τρικυμία από το λακκάκι του λαιμού σου, θα ξεκλειδώσω έναν – έναν τους σπονδύλους σου για να χωρέσει εκεί όλο το ‘’ω’’ των οκτακοσίων χιλιάδων αριθμών. Κι όταν μεταμορφωθείς σε εισιτήριο απεριόριστης διαδρομής θ’ ανοίξω το παράθυρο με τις πολυσύλλαβες λέξεις, εκείνες που δεν μας αντέχουν γιατί θα μυρίζουμε αλήθειες. Τότε θα γίνουμε αερόστατα, δίχως υποσχέσεις, λόγια, σώματα φοβισμένα, στάσεις, φανάρια, στροφές, ανηφόρες, λίγα λεπτά, αναμονές. Θα κρατάμε μια τεράστια ομπρέλα και θα φοράμε ένα τεράστιο κασκόλ μαζί. Μόνο να χωράμε στη ταχύτητα.
Βζιιουιιουνν

(Ελένη Νανοπούλου)

Λοιπόν τι κάνουμε εδώ…


Λοιπόν τι κάνουμε εδώ
και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος.
Όμως απόψε βιάζομαι απόψε
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της
ν’ ακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη.

Α, ωραίο – Α, ωραίο

να ‘σαι μοναχός,  να ‘σαστε δυο, να ‘μαστε όλοι να ‘μαστε όλοι. Α, ωραίο – Α, ωραίο να ‘σαι μοναχός να ‘σαστε δυο , να ‘μαστε όλοι… να ‘μαστε όλοι…

(Τάσος Λειβαδίτης)