Ο δρόμος προς το τσίρκο


Ζούσε σ΄ ένα δρόμο με μεγάλες μαύρες κι άσπρες πέτρες σα σκακιέρα, απ΄ όπου περνούσαν ο ένας κι ο άλλος, και σπανίως κάτι γιγάντια φορτηγά, με χαϊμαλιά και φαλτσέτες να χορεύουν μπροστά στο τζάμι, παναγίες και αγίους ανάμεσα σε τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές, κι οδηγούς που όλους τους είχε κάπου ξαναδεί – ίσως σ΄ όνειρο – κι όλοι, γι΄ αυτό, ήταν τσακιρομάτηδες και με πυρόξανθα μαλλιά.

Το φορτηγό τ΄ άκουγε πολύ πριν φανεί, κι ο θόρυβος κατέβαινε πάνω της όπως κάτι πλάνα στο σινεμά, όπου, εκεί που περιδιαβαίνει ο φακός ακραγγίζοντας τυχαία σημεία, ξαφνικά πέφτει πάνω σε μια πλάτη ή σε μια πόρτα, κι όλο το νόημα του έργου συσσωρεύεται εκεί. Ορμούσε κι άνοιγε διάπλατα την πόρτα να δει το φορτηγό.

Περνούσε από μπροστά της σα σίφουνας, κανένα δεν σταματούσε να την πάρει, να την πάει στο τσίρκο της πόλης, που με δέος πρόφερε τ΄ όνομά του, να τους ζητήσει δουλειά. Οποιαδήποτε. Να κουμπώνει τα μανικέτια στους θηριοδαμαστές, να δένει κορδέλες και λουλούδια σε αλογοουρές γυναικών ή σε ουρές αλόγων, να ταΐζει τίγρεις και λιοντάρια, ν΄ απλώνει το χέρι της και πάνω εκεί να γυμνάζονται μεγαλειώδη φίδια και παλαβοί ουρακοτάγκοι, έστω να γίνει κράχτισσα και να παρασέρνει τους ανθρώπους στο τσίρκο, να μπαίνουν με μια αίσθηση αμαρτίας και ουράνιας λάμψης στο πρόσωπο. Σ΄ όλες τις εκθέσεις που έγραφε τότε στο σχολείο, με θέμα «Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω» – να δουλεύω σε τσίρκο έλεγε, ακροβάτισσα, σχοινοβάτισσα, γόησσα φιδιών, ασώματη, ακέφαλη, και τα πρωινά να καθαρίζω μαγικούς καθρέφτες σε κρυφά δωμάτια…

Κανένα φορτηγό δεν σταματούσε να την πάρει, και συχνά – σ΄ αυτές τις σπάνιες φορές που περνούσαν φορτηγά από κείνο το δρόμο – βούρκωνε και σχεδόν καταριόταν.

Ώσπου επινόησε αυτό: Γέμιζε την τζέπη της με μικρές πέτρες, ξυλαράκια και σπασμένα γυαλιά, και καθώς το φορτηγό πήγαινε να περάσει σα σίφουνας, χούφτωνε ό,τι προλάβαινε απ΄ το ευτελές βασίλειο της τζέπης της και το ’ριχνε σε κείνες τις τρομαχτικές ρόδες. Κατάφερε μια φορά και τις ακινητοποίησε. Το φορτηγό στάθηκε σα να το χτύπησε κεραυνός. Άνοιξε η αριστερή πόρτα και πήδησε στη γη ένας άντρας με πράσινες αστραπές στα μάτια του και τα μαλλιά του σε φλόγες… Έξυσε με το ΄να χέρι το στέρνο του και σκουπίζοντας με τ’ άλλο το μέτωπο, έσκυψε να δει το κακό – ένα γυαλί είχε αχρηστέψει τη μια ρόδα. Σήκωσε μ΄ απορία τους ώμους, ύστερα κουβάλησε την εφεδρική ρόδα κι όλα τα σύνεργα, και βάλθηκε βαρύθυμα να βγάλει το παραλυμένο λάστιχο και να βάλει το άλλο. Πήγε και στάθηκε δίπλα του. «Τι έπαθε;» τον ρώτησε μ΄ ενδιαφέρον, αφού πέρασε κάμποση ώρα. Άνοιξε λοξά το στόμα του και πέταξε ένα φτύμα σα στραγάλι – «Τον κακό του τον καιρό», μουρμούρισε. Πέρασε ακόμα λίγη ώρα. Σκέφτηκε να του πει – Αν σου πω ότι εγώ έριξα το γυαλί, θα με πας στο τσίρκο; Μα ήταν άκεφος, μπουρινιασμένος, φοβήθηκε πως ούτε στο τσίρκο θα την πήγαινε, ούτε καν θα πίστευε πως δικό της ήταν το γυαλί, και δεν είπε τίποτα.

Ωστόσο συνέχισε να ρίχνει τα βέλη της, ώσπου την τσάκωσε ένας, κατέβηκε απ΄ το φορτηγό, έφτυσε στις παλάμες του, την άδραξε και τη μελάνιασε στο ξύλο… αντί να την λειώσει στα φιλιά, έτσι όπως του είχε αφεθεί, κοιτώντας τον ολοκληρωτικά στα μάτια, κι ύστερα να την πάει στο πολυπόθητο τσίρκο.

Ο επόμενος όμως το έκανε.-

της Ζυράννας Ζατέλη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s