Look, a star came down to kiss..


Α – Ανατολή
Α – Άστρο
Α – Ατρόμητος
Α- Άφοβος
Α- Αστρόσκονη
Α – Αγάπη μου

Καιρό ένα, φορά μία, ήταν ένας κύριος,
κύριος Ιορδάνης που δεν αγαπούσε την εικόνα του
κι αποφάσισε να την αλλάξει.
Τότε του κολλήσανε διάφορες αρρώστιες,
μεγαλοπιάσματα κι ερωτοπάθειες.
Άρχισε να μιλάει στα κουτουρού
και να ‘χει τη γνώμη στο πουγκί του.

Βου – Βανίλια
Βου – Βουνό
Βου – Βερικοκιά
Βου – Βεγγαλικά

Ο κύριος Ιορδάνης ξέχασε το παρελθόν του,
έκοψε τις ρίζες, φύσηξε ο άνεμος
και τον πήρε μακριά.
Νόμιζε ότι σβήνοντας την ζωή του,
αλλάζοντας το όνομα των πραγμάτων
θα ξαναγεννηθεί.

Γου – Γαλαξίας
Γου – Γοργόνα
Γου – Γιαλός

Τα δέντρα έχουν ρίζες και η θάλασσα βυθό
κι ο άνθρωπος ένα μόνο σκοπό:
Να βρει τον δρόμο της καρδιάς.

Δ- Δάκρυ
Ε – Ερωτώ
Ζ – Ζαχαρωτό
Η – Ημισέληνος
Θ – Θάμα
Ι – Ιστορία
Κου – Καράβι

Να μάθεις να μετράς σωστά το φως του φεγγαριού.
Να διαβάζεις αυτά που αγαπάς,
να πιάνεις, να κοιτάς, να ακούς.
Κοίτα, ένα αστέρι κατέβηκε να σε φιλήσει!

Λου – Λουλουδόσκονη
Μ – Μυρίζω

Νυστάζεις αγάπη μου;
Κοιμήσου…

 


Advertisements

«Λατρεμένη Εύα! Ζωή μου!»


Το οικογενειακό έδαφος

Κόρη του Courtland Palmer, που ίδρυσε το 1885 ένα προδρομικό σχολείο στη Νέα Υόρκη και ξόδεψε τη μεγάλη πατρογονική περιουσία του σ’ έναν συνεχή αγώνα υπέρ των ιδεών, η Εύα αφιέρωσε με τη σειρά της το σύνολο του μόχθου της στις ιδέες, χωρίς να υποχωρήσει ποτέ ούτε σπιθαμή από τις πεποιθήσεις της. Αποφεύγοντας το οποιοδήποτε ανεκδοτολογικό στοιχείο και παραμερίζοντας από την αρχή κάθε προσωπική αναφορά, η Εύα κάνει λόγο για γεγονότα μόνον αν συνδέονται οργανικά με τη σύλληψη και την πρακτική τής Δελφικής Ιδέας. Μεγαλωμένη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε φιλελεύθερη αμερικανική οικογένεια, που τη μύησε στις αξίες της ελευθερίας και της ανοχής, εμπνέοντάς της μιαν έντονη αποστροφή για τον μηχανικό και μαζικό πολιτισμό του 20ού αιώνα, η Εύα δεν συμμερίστηκε τυχαία το πάθος του Σικελιανού για τους Δελφούς. Ο πατέρας της πίστευε βαθιά σ’ ένα είδος συνάντησης και σύμπλευσης πέρα από σύνορα, σε μια οικουμενικότητα που θα έβαζε τέλος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό μέσα από τη συνενωτική φλόγα του πνεύματος και της τέχνης. Η ίδια μπήκε από πολύ νωρίς σε ανάλογο κλίμα, μαθαίνοντας να φτιάχνει μόνη της τα ρούχα της, μακριά από την τυποποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, όπως και αναζητώντας την τύχη της στις θεατρικές σκηνές του Παρισιού, όπου και ανέπτυξε ισχυρό ενδιαφέρον για την υποκριτική, τη σκηνοθεσία, τη χορογραφία και την ενδυματολογία. Στο Παρίσι, άλλωστε, ήρθε σε επαφή με τον μίτο ο οποίος την οδήγησε στον Σικελιανό: μια γνωριμία με την Ισιδώρα Ντάνκαν και τον αδελφό της Ρέιμοντ την έφερε στην Αθήνα, όπου ο Ρέιμοντ είχε παντρευτεί την Πηνελόπη, αδελφή του Αγγελου, κι εκεί ξεκίνησαν -ή μάλλον συνεχίστηκαν- όλα.

Ιερός πανικός

«Δεν πέρασαν ούτε δύο ώρες που άκουσα τη φωνή σου – τόσο μακρινή, τόσο κοντινή. Η φωνή σου είναι πάντα μακρινή, κι ωστόσο πάντα κοντινή. Είτε είσαι εδώ είτε είσαι αλλού, είναι το ίδιο. Aκούω πάντα αυτή τη φωνή, την τόσο γλυκιά, που εισέβαλε συγχρόνως στ’ αυτιά του κορμιού και στ’ αυτιά της ψυχής μου» έγραφε η Εύα Πάλμερ- Σικελιανού στην αυγή του 20ού αιώνα, για τον άνθρωπο που έμελλε να αλλάξει τη ζωή της, τον Άγγελο Σικελιανό.  Η Αμερικανίδα διανοούμενη Εύα Πάλμερ μαγεύτηκε από τον κόσμο και το όραμα του Λευκαδίτη ποιητή. ΄Eνωσε και παρέδωσε την ψυχή της στον Άγγελο Σικελιανό και ως ένας άγγελος στο πλευρό του που φρόντιζε να γίνουν πραγματικότητα τα οράματά του. Με πνευματικό παιδί αυτής της σπάνιας ένωσης τις Δελφικές Γιορτές.

Η Εύα Πάλμερ από το 1933 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αμερική και με παρότρυνση του ποιητή κατέγραψε το χρονικό της σχέσης τους σε όλα τα επίπεδα.

Οι Δελφοί και το αρχαίο δράμα είναι το αξεχώριστο δίπολο το οποίο σημάδεψε τη ζωή του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ, κρατώντας τους για πάντα κοντά (από το 1906, τη χρονιά της γνωριμίας τους, μέχρι το 1951, τη χρονιά θανάτου του Σικελιανού), παρά τα όσα εξαιρετικά δύσκολα μεσολάβησαν στη σχέση τους, όπως, μεταξύ άλλων, οι ερωτικές αναζητήσεις του Άγγελου εκτός γάμου, ο χωρισμός τους εν έτει 1939, όταν ο ποιητής γνώρισε και ερωτεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του  Άννα Καραμάνη και, πάνω απ’ όλα, η οικονομική καταστροφή της Εύας, που έριξε τον Άγγελο σε μιαν αφάνταστα οδυνηρή φτώχεια, από την οποία δεν κατόρθωσε να ξεφύγει ποτέ

Η Δελφική Ιδέα, που ένωσε το ζευγάρι σ’ έναν διά βίου και εντέλει μοιραίο δεσμό (η Πάλμερ πέθανε λίγο μετά τον Σικελιανό και ενταφιάστηκε δίπλα του στους Δελφούς), βρίσκεται στο κέντρο και του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Εύας Ιερός πανικός, το οποίο σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση τυπώνεται εκ νέου, αναθεωρημένο και συμπληρωμένο, από τις εκδόσεις Μίλητος. Οπως παρατηρεί στην εισαγωγή του ο φιλόσοφος και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας John Ρ. Anton, που υπογράφει τη μετάφραση, η Εύα άρχισε να συντάσσει την αυτοβιογραφία της, με προτροπή του Σικελιανού, το 1938, για να την ολοκληρώσει το 1942. Σε οποιαδήποτε σελίδα της αυτοβιογραφίας κι αν σταθούμε, ακόμη κι αν την ξεφυλλίσουμε κατά εντελώς τυχαίο τρόπο, θα δούμε ολοζώντανο το δελφικό όραμα, να πάλλεται ασυγκράτητο από τη θέρμη της πίστης του, ακόμη κι όταν όλα τριγύρω του δείχνουν να έχουν πέσει για πάντα στον γκρεμό.

Η ανάταση του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου

Η Εύα δεν γοητεύεται από τον Αγγελο ως νεοφώτιστη κόρη που προσκαλείται σ’ έναν παντελώς άγνωστο κόσμο. Βασισμένη στη στέρεα διαμορφωμένη παιδεία και αγωγή της, είναι ήδη έτοιμη να συνομιλήσει μ’ έναν εκλεκτό συνοδοιπόρο, δέκα χρόνια νεότερό της. Γι’ αυτό και η σύλληψη της Δελφικής Ιδέας στην αυτοβιογραφία της μοιάζει τόσο δυναμική και ξεκάθαρη: οι Δελφοί μπορούν να λειτουργήσουν ως κέντρο της παγκόσμιας συνεννόησης, όχι γιατί η συνεννόηση είναι ένας αυτονόητος στόχος, ο οποίος θα γίνει εφικτός επειδή έτσι θα το θελήσει η εμπνευσμένη πρωτοβουλία κάποιων καλλιτεχνών και διανοουμένων, αλλά γιατί στο Δελφικό Ιερό συνυπάρχουν το διονυσιακό στοιχείο (η έκσταση) και το απολλώνιο (η αρμονία), που θα κατορθώσουν μέσω του δράματος (στο εσωτερικό του οποίου η ποίηση καθοδηγεί τον χορό, τη μουσική και το τραγούδι) να βάλουν φωτιά στις συνειδήσεις, να τις απελευθερώσουν από τον φόβο τους και να τις ανυψώσουν στην ιδέα της αδιαίρετης ενότητας των εθνών. Αυτή είναι η έννοια του ιερού πανικού, που τιτλοφορεί την αυτοβιογραφία της Πάλμερ, και αγκαλιάζεται ανεμπόδιστα με τη σικελιανή ιδέα της συνεύρεσης των τεχνών και των επιστημών στον ομφαλό του κόσμου – μιας συνεύρεσης που θα οδηγήσει στη ριζική ανανέωση και αναγέννηση του νεότερου στοχασμού μέσα από την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Βέβαια, η Δελφική Ιδέα δεν είναι μόνον ορισμός και ιδέα, αλλά και ιδεολογία: ιδεολογία που μπορεί να μη βλέπει τους αρχαίους ως σεβάσμιες και ακίνητες μορφές, τοποθετημένες σ’ ένα αφηρημένο, ανέγγιχτο πάνθεο, αλλά ως δυναμικό μέσον αναστροφής των σύγχρονων αναζητήσεων σε πλανητικό επίπεδο, αλλά δεν ξεφεύγει από την άκαμπτη, στανική αισιοδοξία της ουτοπίας. Ας μην πέσουμε, παρ’ όλα αυτά, στην προπέτεια της εκ των υστέρων κρίσης, χάνοντας την ιστορική μας αίσθηση. Η Πάλμερ και ο Σικελιανός, άλλωστε, πλήρωσαν πανάκριβα την προσήλωσή τους. Πρώτον, γιατί οι περισσότεροι, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενδιαφέρθηκαν αποκλειστικά για τις παραστάσεις των Δελφικών Εορτών (1927 και 1930), αγνοώντας επιστήμες και φιλοσοφία, και δεύτερον, επειδή ακόμη κι έτσι ουδείς θέλησε να δώσει κάποια συνέχεια στα χρόνια που ακολούθησαν, καταδικάζοντας το ζευγάρι στον μαρασμό και στην πενία. Εκείνο που μένει για μας σήμερα είναι ο υπερεθνικός ιδεαλισμός του Αγγελου και της Εύας (δεν είναι εύκολο να ανακατευτεί κανείς με την αρχαία Ελλάδα χωρίς να καταλήξει στον ναρκισσισμό και στην εσωστρέφεια), όπως και η μεθυστική λατρεία τους για την ποίηση. Δεν είναι λίγα, ακόμη κι αν ζούμε σε μιαν εντελώς διαφορετική εποχή, τόσο για τα έθνη όσο και για την τέχνη.

Γράμματα στην Εύα Πάλμερ από τον Άγγελο Σικελιανό

http://dytikosanemos.blogspot.com/2008/07/blog-post_133.html

Χαρτογραφική Λογοτεχνία


Ανοίγω μπροστά μου τον χάρτη.
Πλησιάζω κοντά του μια μικρή λάμπα και το χαρτί του γεμίζει σκιές. Το χέρι μου διατρέχει τις διαδρομές του, οι μακρινές αποστάσεις φαίνονται λίγα εκατοστά μακριά η μια από την άλλη. Οι άνθρωποι αόρατοι. Τα όνειρα τους επίσης. Μονάχα συμμετρίες και οριοθετήσεις.
Ένας χάρτης συχνά είναι μια πολύ απογοητευτική γεωμετρία. Δεν έχει προεκτάσεις, ούτε σημεία απόδρασης. Δεν διηγείται καμιά ιστορία. Είναι ένας αυστηρός κώδικας που καθορίζει με ακρίβεια κάθε σου βήμα. Μια ιχνογραφία των ορίων της πραγματικότητας. Όμως, ποιος είναι αυτός που ορίζει την ακριβή γεωμετρία της πραγματικότητας που ζει ο καθένας μας;
Ο καθένας μπορεί να έχει τον ολόδικό του χάρτη και να είναι χαρτογράφος και εξερευνητής της δικής του γεωγραφίας. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει ένα ταξίδι μέσα στον μεγάλο χάρτη που μας φιλοξενεί, και χαράσσοντας τις δικές του διαδρομές να μεταλλάξει αυτόν τον χάρτη σε κάτι πολύ καινούργιο. Ένα μικρό ταξίδι πάνω στον χάρτη, ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στο νου.
Ίσως έτσι να μπορέσουμε να ακούσουμε λίγες από τις μυστικές ιστορίες που ο χάρτης μας κρύβει πίσω από ονόματα και συντεταγμένες…

Οι χάρτες μας αποτελούν τις σύγχρονες ιερές βίβλους της κοσμικής επικοινωνίας, ξεπερασμένες μόνο από τον παντεπόπτη ναό της τηλε-όρασης (μιας δεύτερης όρασης, της όρασης από μακριά). Είναι στον χάρτη που φανερώνεται ότι οι τόποι και οι πόλεις τους επικοινωνούν. Μια κοντινή ή μακρινή πόλη δεν είναι χαμένη κάπου στον ορίζοντα, ξεκομμένη σε έναν άλλο κόσμο, κρυμμένη σε μια ξένη τοπογραφία. Η άλλη πόλη, όποια κι αν είναι αυτή κι όπου κι αν στέκει, επικοινωνεί με την πόλη που ζεις, επικοινωνεί με δρόμους, με ατέρμονα δίκτυα δρόμων και διαδρομών, κι είναι στο χάρτη που γίνεται φανερό αυτό, κι υπολογίσιμο σαν μια αστρολογία πόλεων, μ’ όλες τις πόλεις να σχηματίζουν αστερισμούς που ενώνονται με ατέλειωτες φλέβες και αρτηρίες.
Στην ιδεατή τους φανέρωση πάνω στους χάρτες, οι δρόμοι είναι επιθυμίες ή προτάσεις για ταξίδια. Ο χάρτης σου ξετυλίγει την αποκρυπτογράφηση των λαβύρινθων της απόστασης, οι δρόμοι φανερώνονται, οι δρόμοι κουλουριάζονται και ξετυλίγονται σαν φίδια, οι δρόμοι σιωπηλά απαιτούν να τους ταξιδέψεις. Τα οδικά σήματα, τα ονόματα των οδών, η οδοσήμανση και οι κάθε είδους πινακίδες των δρόμων, είναι οι τρισδιάστατοι μεσάζοντες επικοινωνίας με το δισδιάστατο κόσμο του χάρτη, κατοπτρικά σύμβολα που μετατρέπουν την τοπολογία σε ένα δίκτυο διαγραμμάτων. Οι οδοσημάνσεις είναι τα μαγικά σύμβολα που επικοινωνούν με το χάρτη, κι ο χάρτης είναι η μαγεία του νου για να μπορεί να καταλάβει την πόλη.Κοιτώντας τον χάρτη και τα οδοσήματα και βαδίζοντας ή οδηγώντας στους δρόμους, ξεχνάς ότι ο χάρτης αντιπροσωπεύει την πόλη, πιστεύεις πια ότι η πόλη αντιπροσωπεύει το χάρτη, ταξιδεύεις πάνω στον χάρτη, παντού γύρω σου απλώνεται ο χάρτης, και μέσα απ’ αυτήν την χωροταξική αλληγορία, μέσα απ’ αυτήν την αστική κρυπτανάλυση, μ’ αυτή τη χαρτογραφική μαγεία, μεταλλάσσεις την πόλη σε σύμβολο του νου, και τελικά την κατέχεις, την ελέγχεις, φτάνεις στο σημείο να πιστεύεις ότι μπορείς να την προβλέψεις. Κι έπειτα η μνήμη της πόλης γίνεται χάρτης μέσα στον νου, θυμάσαι την πόλη ως χάρτη, η πόλη μεταμορφώνεται στο χάρτη της.

Κι όμως, οι χάρτες είναι εφευρέσεις των χαρτογράφων, συγκριτιστικές σπουδές πάνω στην τοπολογία, μονοδιάστατοι τουριστικοί οδηγοί, γεωμετρικές έμμονες ιδέες. Μπορούμε να αντισταθούμε στο παγιωμένο και στείρο έργο των χαρτογράφων της πραγματικότητας, μπορούμε να φτιάξουμε τους δικούς μας χάρτες, ακόμη και χάρτες που να έχουν νόημα μόνο για εμάς και για κανέναν άλλον.
Ο συμβατικός χάρτης είναι προσωπική υπόθεση του χαρτογράφου, όχι δική μου. Μπορώ να φτιάξω δικούς μου χάρτες, και –έτσι γι’ αλλαγή– να μην έχω την πρόθεση να τους επιβάλλω σε κανέναν άνθρωπο, ούτε να είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω αποδεκτά δόγματα για να επιβάλλω τους χάρτες μου στην Ιστορία.

Φαντάζομαι χάρτες που θα περιέχουν πληροφορίες για τις ατμόσφαιρες των τόπων. Χάρτες πόλεων που μαζί με τους δρόμους τους θα καταδεικνύουν και τις έμμονες πορείες των πουλιών. Χάρτες που, μαζί με τα υπαρκτά σπίτια, θα περιέχουν και τα σπίτια που φαντάστηκα ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν. Χάρτες αληθινών τόπων που θα συμπεριλαμβάνουν τις ονειρικές προεκτάσεις αυτών των τόπων, έτσι όπως τις είδαν σε όνειρα τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων. Χάρτες που θα σκιαγραφούν ταυτόχρονα και το παρελθόν και το παρόν αλλά και το μέλλον, όπως χάρτες μίας πόλης που θα έχουν αχνά, κάτω από την παρούσα πολεοδομία, τα ίχνη της πολεοδομίας των περασμένων αιώνων, κι ακόμη πιο αχνά τα προβλεπόμενα ίχνη της πολεοδομίας του μέλλοντος, ίσως επιβάλλοντάς την.
Φαντάζομαι χάρτες που θα σημειώνουν προσωπικές πληροφορίες, όπως το καφενείο που μου αρέσει, τη γειτονιά που έπαιζα όταν ήμουν παιδί, η οποία δεν υπάρχει πια, το ατυχές μέρος ενός ερωτικού ραντεβού που οδήγησε σε απογοήτευση, ένα δρόμο που νομίζω ότι είναι στοιχειωμένος από το φάντασμα μιας γριάς που ακόμη ζει σ’ ένα εγκατελειμένο του σπίτι, όλα τα σπίτια από τα οποία μετακόμισα στο παρελθόν, το δρόμο της πόλης στον οποίο γεννήθηκα, την περιοχή στην οποία έχασα ένα αγαπημένο αντικείμενο, το μέρος από το οποίο έχω μία καλή θέα που την προτιμώ απ’ όλες τις άλλες, το πάρκο στο οποίο έγραψα ένα ποίημα (στο οποίο θα δοθεί ως όνομα ο τίτλος του ποιήματος), τις συνοικίες στις οποίες κατοικούν άνθρωποι που αντιπαθώ (με σχετικές προειδοποιήσεις για τους περιηγητές), τις διαδρομές στις οποίες μπορεί κανείς να συναντήσει πολλά από τα δέντρα που μου αρέσουν, και άλλα πολλά…
Φαντάζομαι χάρτες που θα αποκαλύψουν –ξεκάθαρα κατά τη μελέτη τους– την τοπολογία των συμπτώσεων. Χάρτες που θα σημειώνουν όλα τα σημεία των ατυχημάτων μέσα στην πόλη, στους οποίους θα γίνεται φανερή η σχέση τους ή η επανάληψη ατυχημάτων στο ίδιο σημείο ή στην ίδια περιοχή. Χάρτες που θα σημειώνουν τα μέρη στα οποία οι άνθρωποι αισθάνονται όμορφα ή άσχημα. Χάρτες θανάτων ή χάρτες γεννήσεων. Χάρτες της πόλης που θα υποδεικνύουν τα σημεία που συγκεντρώνονται οι επίδοξοι καλλιτέχνες ή οι όμορφες γυναίκες ή οι φαλακροί, οι πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, οι χαρτοπαίκτες, οι ζητιάνοι, χωρίς να είναι συνεννοημένοι γι’ αυτό. Χάρτες για κάθε τύπο ανθρώπων που υπάρχει ή που θα μπορούσε να επινοήσει κανείς.
Φαντάζομαι χάρτες της πόλης που θα αποκαλύπτουν τα σημεία επαφής της πόλης με άλλες πόλεις, αλλά και με άλλους κόσμους. Χάρτες που θα σημειώνουν τις διαδρομές ξένων οντοτήτων μέσα στις διαδρομές της καθημερινότητάς μας. Χάρτες που θα σημειώνουν τα ακριβή περάσματα των UFO και τις διαδρομές τους πάνω από συγκεκριμένες περιοχές. Χάρτες που θα καταγράφουν τις εμφανίσεις των φαντασμάτων της πόλης. Τα λαβυρινθώδη δίκτυα των φόβων και των ανασφαλειών, των κρουσμάτων ψυχασθένειας και των καλλιτεχνικών εμπνεύσεων, των εφιαλτών και των οραμάτων, καθώς και τα δίκτυα του ύπνου.
Φαντάζομαι χάρτες που θα ξεπερνούν τις προθέσεις των χαρτογράφων τους…
Έτσι, φαντάζομαι μια χαρτογραφική λογοτεχνία.

Φαντάζομαι και τον ύστατο πολυεπίπεδο χάρτη που θα περιέχει όλους τους χάρτες μιας τέτοιας χαρτογραφικής λογοτεχνίας…
Ένας χαρτογραφικός μυστικισμός, ένα αριστούργημα Αστυμαγείας. Το ύστατο Megapolisomancy

Παντελής Γιαννουλάκης

 

«Πάντα θα ‘χουμε ανάγκη από ουρανό»


Πρέπει απαρχής να πω ότι ποτέ δεν σκέφτηκα να εξηγήσω τα ποιήματά μου. Θυμάμαι μόνο πως γράφτηκαν σε ώρες απρόσμενες· νύχτες χειμωνιάτικες, κουκουλωμένος σε μια κουβέρτα, πεταγόμουν ξαφνικά απ’ το κρεβάτι, σαν μια αστραπή, σαν κάτι κόκκινο να με χτύπησε στο κεφάλι, έφτιαχνα τον σκελετό του ποιήματος κι ύστερα έπεφτα και κοιμόμουνα.

Όμως μέρες πολλές ύστερα τα δούλευα, όπως ο τεχνίτης δουλεύει ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, κι αν στο τέλος δεν με ικανοποιούσε, το έσχιζα και το πετούσα. Τα περισσότερα τα πετούσα. Ποτέ δεν κάθισα a priori να γράψω ένα ποίημα. Έτσι όλα τα έγραψα, όπως λέω παραπάνω.

Αλλά τη νύχτα, άλλα σε παγωμένα καφενεία της Κατοχής, σε έρημες ταβέρνες στο Νέο Φάληρο, ακτή Πρωτοψάλτη, κοντά στο μεσαιωνικό τυπογραφείο του Ταρουσόπουλου (με τι νοσταλγία τις θυμάμαι!).

Μια φορά συνάντησα τον Σεφέρη σ’ ένα βιβλιοπωλείο (λίγο πριν φύγει για την Αγγλία).

– Γράφετε; με ρώτησε.

– Ναι, συνεχώς, του απάντησα, γράφω και σχίζω.

– E, λοιπόν, μου λέει, να γράφετε, γιατί θα ‘ρθει μια μέρα που δεν θα μπορείτε να γράφετε τόσο εύκολα.

Τι δίκαιο που είχε ο σοφός ποιητής!

Τώρα βλέπω τα ποιήματά μου όλα μαζί, με αφορμή που τα ξανατυπώνω. Ολόκληρη ζωή τριάντα χρόνων περνάει μπροστά μου.

Βλέπω ότι πολλά έχουν ατέλειες, άλλα είναι σκοτεινά και δύσκαμπτα, αλλά βλέπω ότι είναι α λ η θ ι ν ά και πως δεν θα μπορούσα αλλιώς να τραγουδήσω.

Παράξενα μου φαίνονται τα καινούρια που γράφω (ακόμη και πολλά που περιέχονται στην τελευταία μου συλλογή «Το Σκεύος», 1971).

Σα να ‘χουν γραφτεί από έναν άλλον άνθρωπο που πέρασε μια κόλαση και τώρα είναι λίγο, πολύ λίγο, πιο ησυχασμένα.

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

Στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ἄ! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Μπουζιάνης
πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.

Μίλτος Σαχτούρης

(1919-2005)

Σημαντικός νεοέλληνας ποιητής. Εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που διαδέχθηκε τους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου.

Με καταγωγή από την Ύδρα, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στην Αθήνα και ήταν δισέγγονος του ναυάρχου του ’21 καπετάν Γιώργη Σαχτούρη. Το 1937 εγγράφηκε με προτροπή του πατέρα του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά μετά το θάνατό του την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στην ποίηση. Δεν άσκησε ποτέ του κανένα βιοποριστικό επάγγελμα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν απόκτησε οικογένεια. Οι γονείς δίσταζαν να δώσουν το χέρι της κόρης τους στον γαμπρό Μιλτιάδη Σαχτούρη. «Όχι, γιατί ποιητής δεν είναι επάγγελμα» του έλεγαν και του έκλειναν την πόρτα.

Το 1943 γνωρίστηκε με τον Nίκο Eγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον ποιητή Σαχτούρη. Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με ποίημά του στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα». Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Τα Νέα Ελληνικά», «Τραμ», «Το Δέντρο», «Η Λέξη» και «Νέα Εστία».

Το έργο του καθαρά ποιητικό και έχει κυκλοφορήσει στις συλλογές: «Οι Λησμονημένοι» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή όγδοη Σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Ποιήματα 1945-1971», «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια» (1998).

Τιμήθηκε με τρία βραβεία: Το 1956 με το Α’ Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης είναι ποιητής του κλειστού χώρου, αντιηρωικός, εκφραστής και απολογητής της κατακερματισμένης και καθημαγμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Διαφοροποιείται από τους σύγχρονους ομοτέχνους του, επειδή οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν περισσότερο τον εξπρεσιονισμό.

Υπερτονίζει το παράλογο, ενώ από τον Υπερρεαλισμό από τον οποίον ξεκίνησε, κρατά τη φαντασία και την παραίσθηση, όχι όμως και τη συνειρμική εκφορά του λόγου. Είναι ποιητής του ατομικού άγχους, αλλά μέσα στο έργο του είναι διάσπαρτος ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής. Κι όμως, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη. Ο δημιουργός της ομολογεί «Πάντα θα ‘χουμε ανάγκη από ουρανό».

Έργα του έχουν μεταφραστεί στη γαλλική, αγγλική, ιταλική, γερμανική, πολωνική και βουλγαρική. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Αργύρη Κουνάδη, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Νίκο Ξυδάκη.

Ο Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου του 2005.


Εν μέρει Christmas..


Δε μπορώ τόσα φώτα γύρω μου..

Έχω φωτοφοβία!

Μου φτάνουν αυτά που έχω μέσα μου..

Τα τζάμια ολοκάθαρα στις βιτρίνες.

Όχι για να βλέπουν οι πελάτες τα εμπορεύματα.

Αλλά για να βλέπουν τη μούρη τους..

Ο καθαρός καθρέφτης δε  καθαρίζει σπλάχνα..

Ένας άνεμος δε γουστάρει ομαδικές γιορτές..

Και διώχνει την άχνη από τους κουραμπιέδες.

Δημιουργεί θολό τοπίο..

Και μοιάζει η άχνη στην ατμόσφαιρα με ψύχος!

Οι πιγκουίνοι ψωνίζουν δώρα..

Και δε  τρώνε  ψάρια.

Αλλά ο ένας τον άλλο..

Βλέπω έναν  Αι Βασίλη να βγάζει φωτογραφίες με παιδιά.

Αποκωδικοποιώ την εικόνα και δε  βλέπω Αι Βασίλη.

Δε  βλέπω παιδιά.

Βλέπω κουμπαρά!

Βλέπω χρήματα!

Κλείνω τα μάτια και ρωτάω τον ουρανό που τα βλέπει όλα.

Σε ποιον πλανήτη έχουν Πάσχα αυτή την εποχή;

Πάντα προτιμούσα τις φλόγες κεριών από τα φώτα.

Δεν έχω χρήματα όμως για τα ναύλα μου!

Μήπως χρειάζομαι για λίγα λεπτά μια στολή Αι Βασίλη;

Και τελικά δεν αναρωτιέμαι αν θα γεννηθεί και φέτος ο Χριστός.

Αλλά πόσοι θα πεθάνουν αυτά Χριστούγεννα..

Βαγγέλης Ευαγγελίου

Πες «πέτρα»


 

 

Μίλα.

Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
Αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες «στιγμή»,
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες,
«δεν άκουσα».
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ΄ τη νύχτα
στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου.
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.

Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα – ίσα
να βάλω έναν τίτλο
σ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.

*******

Κική Δημουλά *Περιφραστική πέτρα


Χιόνι-χιόνι


Πεινάς;
εγώ ποτέ δεν πείνασα

Διψάς;
Εγώ ποτέ δεν δίψασα

Νυστάζεις και δεν έχεις πού να κοιμηθείς;
Εγώ είχα σπίτι πάντοτε

Μα εσύ, εσύ
ετούτη την αρρώστια
δεν την έχεις

****

Αν ησυχάσουν τώρα
οι άνεμοι που φέρνουν πέρα δώθε τα μαλλιά μου,
θα δεις πολύ καλά εκείνο που δεν πίστευες.
Ένα κρανίο όμοιο μ’όλα τ’άλλα.
Αυτά που φυλακίστηκαν κάτω απ’τα μάρμαρα
κι εκείνα που κυκλοφορούν μπανταρισμένα,
με κάθε είδους χρώματα.
Θα με πιστέψεις έτσι,
όταν σου έλεγα ότι κι εγώ είμαι σαν τους άλλους.
Θα καταλάβεις, αργότερα, καλύτερα.
Μην περιμένεις όμως μέχρι τότε.
Αν σταματήσει να φυσά,
γύρνα και κοίταξέ με.

****

(…)
«Τί είμαι Θεέ μου;»
Κλαίγοντας με αναφιλητά
Αναρωτιόταν ο Κάθαλο
Κι άλλοτε ονόμαζε Θεό ένα πουλί στον ουρανό
Κι άλλοτε στα νερά ένα ψάρι κι άλλες φορές,
όταν απ’το πολύ πιοτό
Το βλέμμα του να δει μακριά αδυνατούσε,
Έβλεπε τον Θεό σε κάποιον απ’τους ναύτες κι επειδή έβρισκε την
όψη του τόσο όμοια στη δική του,
Φούντωνε πιο πολύ ακόμα μέσα του το βάσανο της απορίας
Και τις τεράστιες παλάμες του γυρόφερνε επάνω στο λαιμό του κι
αχόρταγα περισσότερο, τον ρωτούσε:
«Τί είμαι Θεέ μου;»

****

Νάτο πάλι
Το φ ω ς
Μου γνέφει
Βαμβάκι το φεγγάρι από τη μία
Κι από την άλλη το χιόνι,
Ξανά, το χιόνι.

Αγγελική  Σιγούρου