Ο Καβάφης της Λένας Πλάτωνος


Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον: Η επαναληπτικότητα των strings που έρχονται από μακριά θα έβρισκε σύμφωνο τον ποιητή που ήθελε ως τελευταία απόλαυση τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου. Τα πολλά και διαφορετικά ηχοχρώματα της φωνής του Γιάννη Παλαμίδα και το αφηγηματικό ύφος του είναι καθοριστικά για τη μετατροπή του πεζογραφικού καβαφικού λόγου σε τραγούδι. Με την έναρξη αυτή η Λένα Πλάτωνος πετυχαίνει δυο πράγματα: να ξεμπερδέψει νωρίς νωρίς με τον θάνατο και να μεταδώσει το φως της Αλεξάνδρειας, από το οποίο σφύζει κυριολεκτικά το συγκεκριμένο ποίημα.

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

*****

Μακριά: Ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα της συνθέτριας, για την ακρίβεια το πρώτο ποίημα που έμαθε απ’ έξω σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Το ακούμε και κρίνω ιδιαίτερα τολμηρή την άποψη της να επενδύσει το δεύτερο μέρος του με τον θεϊκό ήχο των βιολιών και της άρπας.

Θά θελα αυτήν την μνήμη να την πώ…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδυά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
Α ναι, μαβιά· ένα περίφημο μαβί.

*****

Περιμένοντας τους βαρβάρους: Πραγματικό ηλεκτροσόκ για τον ελοποιούσαν τον Καβάφη και οι Prodigy! Παρόλο που η μουσική του προοριζόταν για συνοδεία στην απαγγελία του Παλαμίδα, εντούτοις προέκυψε αυτό το industrial trip-hop τραγούδι, ίσως το πιο ρυθμικό του κύκλου.

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

*****

Τα παράθυρα: Συγκλονιζόμαστε! Με τη μελωδική γραμμή της Πλάτωνος, με την ερμηνεία του τραγουδιστή, αλλά και με το ενορχηστρωτικό εύρημα, το οποίο δεν θα ήθελα να αποκαλύψω. Ίσως γιατί δεν θα καταφέρω να αποδώσω την αίσθησή του ως τραγουδιού.

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. – Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. –
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

*****

Η προθήκη του καπνοπωλείου: Περιέχει ηλεκτρονικούς ήχους, ικανούς να περιγράψουν το αντάλλαγμα των βλεμμάτων πριν το άγγιγμα των χεριών. Δεν διακόπτω την ακρόαση, δεν θέλω να ρωτήσω κάτι, εφόσον θυμάμαι τη Λένα που μου έλεγε ότι επέλεξε συνειδητά το εν λόγω ποίημα στοχεύοντας στην ανάδειξη του ερωτικά ασυμβίβαστου Καβάφη. Ένα φαινομενικά κυνικό ψωνιστήρι που όμως, κατά τη μελοποιό του, περιέχει έναν απίστευτο συναισθηματισμό: τα χέρια που αγγίζονται δεν είναι τίποτα περισσότερο από την πολυπόθητη ψυχική επαφή.

Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου εστέκονταν, ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς.
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν,
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Έπειτα, ολίγα βήματα στο πεζοδρόμιο ανήσυχα –
ως που εμειδίασαν, κ’ ένευσαν ελαφρώς.

Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο…
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

*****

Μονοτονία: Έχουμε πραγματική σπουδή στη μουσική μονοτονία και στην έννοια του χρόνου που έρχεται και ξανάρχεται. Το κομμάτι γράφτηκε πολύ αργά τη νύχτα, σε συνθήκη απόλυτης ησυχίας. Η φωνή του Γιάννη Παλαμίδα ελίσσεται μέσα στην ηλεκτρονική συχνότητα όπως το ψάρι στο νερό. Μεγάλη ερμηνεία!

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

*****

Η Πόλις: Το οριακό αυτό ποίημα, έτσι όπως ασφαλτοστρώθηκε με ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά υλικά, θυμίζει ραδιενεργό τοπίο. Αν το άκουγε ο Αντρέι Ταρκόφσκι θα το επέλεγε για το Σολάρις του, δεν υπάρχει περίπτωση! Γνωρίζω, ωστόσο, πως η μελοποίησή του δεν έγινε μπροστά στο συνθεσάιζερ, ούτε στο πιάνο, αλλά με τη Λένα ξαπλωμένη να σκαρώνει μελωδίες στο σημειωματάριο που της έφερα πέρσι από την Κίνα. Όπως γνωρίζω ακόμη ότι προέκυψε πολύ πιο ροκ και ρυθμικό, συγκριτικά με ό,τι είχε αρχικά στον νου της. Η καβαφική – πλατωνική «Πόλις» με παραπέμπει ευθέως στον Κύκλο Καρυωτάκη: αν υποτεθεί πως τότε σαν να είχε καθοδηγήσει τη δημιουργό το πνεύμα του αυτόχειρα ποιητή, έτσι κι εδώ τώρα ακούγεται σαν κάποιος να της είχε υπαγορεύσει τη μουσική μέσα της.

*****

Δέησις: φτιάχτηκε από την καταναγκαστική προσήλωση του ανθρώπου στα θεία και τις φωνές που μεταφέρουν μηνύματα από τον Κάτω Κόσμο. Η θρησκευτική μουσική υφή της και τα electronics οδηγούν σε ένα πρωτόγνωρο αμάλγαμα βυζαντινής ψυχεδέλειας.

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.–
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί —

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

*****

Επιθυμίες: η εργασία της Πλάτωνος υπερθεματίζει στο κυρίαρχο στοιχείο του καβαφικού ποιητικού σύμπαντος – και πάλι βαθιά μελαγχολία. Στο σημείο αυτό, διακόπτει η ίδια την ακρόαση και επαναλαμβάνει τους στίχους που τραγούδησε λίγο πριν ο Παλαμίδας: «Έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν χωρίς να εκπληρωθούν, χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά της ηδονής μια νύχτα…». Και προσθέτει: να πώς το υπαρξιακό άλγος του Καβάφη ξεπερνάει κατά πολύ κι αυτό του Καρυωτάκη.

Όσο η ώρα της ακρόασης περνάει και ο ψηφιακός δίσκος φτάνει προς το τέλος του, νιώθουμε μύστες και μέτοχοι ενός ακατάληπτου και μυστηριακού progressive γεγονότος. Ενός ενιαίου ηχητικού concept, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, που ναι μεν περιέχει μελοποιημένο τον φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό Καβάφη, είναι όμως τόσο αλληλένδετα όλα αυτά μεταξύ τους, ώστε σχεδόν να μην επιτρέπεται η μεμονωμένη απόσπασή τους. Τι κρίμα να μη ζει ο Μάνος Χατζιδάκις, που αγαπούσε τόσο τη Λένα Πλάτωνος, για ν’ ακούσει τούτο το καινούργιο έργο της.

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

*****

Η Θάλασσα του πρωιού: Το τελευταίο κομμάτι. Το αρχικό βαρύ περίβλημα εξελίσσεται σ’ ένα ορμητικό ροκ μοτίβο. Ο Καβάφης λέει «Εδώ ας σταθώ» και η συνθέτρια τον παίρνει από το χέρι. Η δική της «Θάλασσα του πρωιού» είναι ένα πανέμορφο ιντερλούδιο, μέσα στο οποίο πλέει ο ποιητής. Το ροκ ποτάμι επανέρχεται ακόμη πιο ορμητικό, φέρνοντάς τον face to face με ό,τι θέλησε εμπειρικά να αποφύγει. Το τραγούδι, ωστόσο, και ο «Κύκλος Καβάφη» τελειώνουν με τη φράση «Εδώ ας σταθώ». Εντελώς αυθαίρετα, η Πλάτωνος πίστεψε πως πρόκειται για τον λυτρωμό και την κάθαρση, διά της ποιητικής οδού, του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το νέο έργο της Λένας Πλάτωνος αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο του 21ου αιώνα στην τέχνη της μουσικής, με εθνική και παγκόσμια εμβέλεια. Όχι ότι έβαλε απλώς τον Κωνσταντίνο Καβάφη μέσα σε μια διάφανη κάψουλα και τον έστειλε για πάντα στο Διάστημα. Αυτό ενδεχομένως και να ‘χει ήδη συμβεί, δίχως τη δική της παρέμβαση. Θα έλεγα ότι αποτελεί επίσης τον πιο άμεσο συνδετικό αρμό του παρελθόντος με το προαναφερθέν μέλλον. Και όχι ενός παρελθόντος που περιορίζεται κατ’ ανάγκη στα της μουσικής, αλλά εκτείνεται σε ό,τι εμπεριέχει ο όρος τέχνη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όση ώρα άκουγα το έργο για πολλοστή φορά η αίσθηση ήταν ίδια: σαν να με ξεναγούσε κάποιος σε μια έκθεση αριστουργημάτων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Φαίνεται μάλλον πως αυτή η τάση επιμήκυνσης, στα όρια της εξαΰλωσης, των σωμάτων του αναγεννησιακού ζωγράφου είναι στοιχείο κάλλιστα συγκρίσιμο με την ψυχική ανάταση και την κατάργηση της συντηρητικής έννοιας του χωροχρόνου που προξενεί ο κατά Λένα Πλάτωνος Κωνσταντίνος Καβάφης.

****************************************

Από τον Αντώνη Μποσκοίτη που άκουσε πρώτος τον «Κύκλο Καβάφη» της Λένας Πλάτωνος κι ένιωσε όπως όταν βρίσκεται μπροστά στα έργα του Δομήνικου  Θεοτοκόπουλου.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s