Το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο


Ας τιναχθεί κι ας αφρίσει αποκάτου απ’ την καρένα η θάλασσα! Το τρελό το καράβι πηδάει, από κύμα σε κύμα. Ο καπετάνιος, προσεκτικός στις ετοιμασίες του ταξιδιού, προστάζει τους σιωπηλούς και πρόθυμους ναύτες.

Ο πιο νιος απ΄ όλους επήρε ένα κιουπάκι γεμάτο από παλιό και καλό κρασί, το σήκωσε, το ακούμπησε απάνου στον μπάγκο. Και κάθε ένας από τους ταξιδιώτες πίνει με τη σειρά του το ποτηράκι του, αφού πρωτύτερ’ αποκριθεί μ΄ ένα στίχο που τον παίρνει ο άνεμος, στην ερώτηση που του κάνουν όλων των ταξιδιωτών οι φωνές τριγύρω :

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

Από πού έρχεται το καράβι, και πού πάει τάχα;

Τι μας μέλει; Του πιθαριού του το κρασί είναι γερό.

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

– Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είναι η αγάπη μου, λέει ένας σπουδαστής, ίσα με είκοσι χρόνων. Ο έρωτας είναι η μόνη ευτυχία.

– Η ευτυχία είναι εις τον πόλεμο, πετάγεται ένας στρατιώτης. Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είν’ ένας καβαλάρης, που χύνεται με το σπαθί στο χέρι.

– Όσο έχω ΄γώ μια κασίτσα γεμάτη και καλά φυλαγμένη… λέει ο φιλάργυρος.

Και ο γεωργός απαντάει : – Είν΄ άλλο τίποτα ομορφότερο, από ένα χωράφι, χρυσωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με στάχια;

Αλλά ο ποιητής ορθωμένος : – Με τη δάφνη η Ομορφιά στεφανώνεται. Τι ωραιότερο από τη δάφνη; Μα τον Απόλλωνα! Πού ακούστηκε πως η ευτυχία βρίσκετ’ αλλού παρά εις τη σκέψη;…

Μα ο μουσικός την ίδια την ώρα : – Τι τη θες τη σκέψη; Ένιωσες ποτέ σου τι λέει τ’ αηδόνι; Τ’ ακούς μοναχά, κι αυτό φτάνει.

Και ο ζωγράφος με πείσμα : – Η Ομορφιά δεν βρίσκεται σε ήχους και λόγια. Η Ομορφιά είναι εικόνα.

Μα κι ο φιλόσοφος, αγριεμένος : – Τι λέτε; τους κραίνει. Η Ομορφιά είναι η Αλήθεια.

– Είναι η Επιτυχία! φωνάζει με χειρονομίες ένας πολιτευόμενος, που πήγαινε στην πατρίδα του να βάλει κάλπη.

– Μωρέ, καλά λες! του κάνει αμέσως ο τυχοδιώκτης· η Ομορφιά είναι μια νταρντάνα με όξω τα στήθια, που κρατάει τα χαρτιά τού τυχερού τζογαδόρου.

– Ώ! μουρμουρίζει σιγά – σιγά κι ένας έμπορος, τι άσχημο που είναι να παίζεις. Να λογαριάζεις, μάλιστα, να πράγμα!

Μα κι ένας παπάς, κάνοντας το σταυρό του : – Ώ αδελφοί μου, τι καλύτερο από την πίστη, τι ομορφότερο από την προσευχή;…

Αλλά έξαφνα : – Κατάρα, εμούγγρισε ο καπετάνιος, και οι τραγουδιστάδες σιωπήσαν αμέσως τρομαγμένοι. Κατάρα!… Σκάστε, να πάρ’ ο διάβολος… Σφίχτε το πανί!…

Γιατί η θάλασσα είχεν αγριέψει, και για το ναυτικό, η Ομορφιά γελάει στου καραβιού του την πρύμη, όταν, ύστερ’ απ’ την καταιγίδα μπαίνει καμαρωτό στο λιμάνι.

Και την ίδια στιγμή, μια παρέα χαρούμενα σκυλόψαρα, ακολουθούσαν τ’ αυλάκι που χάραζε στα κύματα το πλοίο, κι εκουβέντιαζαν, κι έλεγαν αναμεταξύ τους :

– Το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο, είναι ένα καράβι που πάει να βουλιάξει στο φούντο, γεμάτο από ταξιδιώτες…

 

1868-1916

Ο Μιχαήλ Μητσάκης υπήρξε πέρα από πολυγραφότατος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, ένας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας με ανησυχίες που τάραξαν την ψυχική του γαλήνη.

http://www.e-alexandria.gr/Writerdesc.asp?ID=48&FTXT=1

Σήμερα θα γίνω κύριος των συναισθημάτων μου


Και πως θα κυριαρχήσω στα συναισθήματα μου έτσι ώστε κάθε μέρα να είναι μια ευτυχισμένη και παραγωγική μέρα;

θα μάθω αυτή την αιώνια αλήθεια: «Αδύναμος εκείνος που επιτρέπει στις σκέψεις του να κυβερνούν τις πράξεις του. Δυνατός είναι εκείνος που αναγκάζει τις πράξεις του να κυβερνούν τις σκέψεις του». Κάθε μέρα, όταν ξυπνήσω, θα ακολουθώ αυτό το σχέδιο μάχης πριν καταληφθώ από τις δυνάμεις της κατάθλιψης, της αυτολύπησης και της αποτυχίας.

Αν νιώθω θλιμμένος, θα τραγουδάω.

Αν νιώθω μελαγχολικός, θα γελάω.

Αν νιώθω άρρωστος, θα διπλασιάσω τις προσπάθειες μου.

Αν νιώθω φόβο, θα προχωράω μπροστά.

Αν νιώθω κατωτερότητα, θα φορέσω καινούρια ρούχα.

Αν νιώθω έλλειψη αυτοπεποίθησης, θα ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου.

Αν νιώθω φτωχός, θα σκέφτομαι τα πλούτη που θα έρθουν.

Αν νιώθω ανίκανος, θα θυμάμαι τις παλιές μου επιτυχίες.

Αν νιώθω τιποτένιος, θα θυμάμαι τους στόχους μου.

Σήμερα θα γίνω κύριος των συναισθημάτων μου.

-Ο Μεγαλύτερος ΠΩΛΗΤΗΣ Στον Κόσμο-

OG  MANDINO

«…Ο καθένας από μας είναι πωλητής, ανεξάρτητα από το επάγγελμά μας. Πρώτα πρώτα πρέπει να πουλήσει κανείς τον εαυτό του, για να βρει την προσωπική ευτυχία και ψυχική γαλήνη. Αυτό το βιβλίο αν διαβαστεί προσεκτικά κι αφομοιωθεί, μπορεί να βοηθήσει τον καθένα μας να γίνει ο καλύτερος πωλητής του εαυτού του».

Δρ. Louis Binstock

 

It really is beautiful


Άρωμα κανέλας και καραμέλας,

έχει ο αφρός στο μπάνιο.
Ντύνει όλους τους τοίχους.
Ατμός στο καθρέφτη,
καμβάς για το δάχτυλο.
Πετσέτα ζεστή.

Πράσινο τσάι και κουλουράκια,
στο μπαλκόνι, με θέα την Πόλη,
δυο χαμόγελα,
καλυμμένα με κουβέρτα.
Σκουφάκι και μπερές.
Τα κόκκινα γάντια μου.
Ο ήχος που κάνει η πόρτα
όταν κλείνει πίσω μας.
«Κρυώνεις;»
Μην ανησυχείς.
Το πεζοδρόμιο είναι πιο γκρι
Ο ουρανός πιο γκρι.
Τα σύννεφα ζωγραφίζουν μεγάλες σκιές,
στους λόφους,
εκεί όπου τελειώνουν οι σκεπές
και οι θερμοσίφωνες.
Κινούνται τόσο γρήγορα.

Γρήγορα,
Μικρά, κοφτά βήματα.
Κρυώνεις.
Το καφέ έχει δέκα μικρά
τραπεζάκια, γεμάτα,
πάντα.
Βιβλία, σταχτοδοχεία
και τσαλακωμένες σημειώσεις,
κάποιες φορές.
Έχει πολύχρωμη ταπετσαρία.
Καναπέδες βελούδινους μοβ,
φέτος.
Έχει εσένα,
Τώρα.
Και
Τον επόμενο χρόνο.
Εμένα, πέρυσι,
να περιμένω,
κάτι τόσο όμορφο σαν
Αυτό.

Είναι αλήθεια τόσο όμορφο,
που φοβάμαι
μην φωνάξει κάποιος

cut

και μου κόψει την
Ζωή,
στην μέση.

«by Natalie»

Το πρόβλημα είστε εσείς


Ο Τσαρλς  Μπουκόφσκι δίνει λύση για το πρόβλημα της Δημοκρατίας


Δημοκρατία

το πρόβλημα βέβαια δεν είναι το δημοκρατικό σύστημα ,

είναι τα ζωντανά μέρη που απαρτίζουν το δημοκρατικό σύστημα.

είναι ο επόμενος άνθρωπος που θα προσπεράσετε στο

δρόμο,

πολλαπλασιάστε

τον

με το τρία ή το τέσσερα το τριάντα ή το σαράντα

εκατομμύρια

και θα καταλάβετε

αμέσως

γιατί τα πράγματα δυσλειτουργούν

για τους περισσότερους από

μας

μακάρι να ‘ξερα το φάρμακο για τα πιόνια του σκακιού

που αποκαλούμε ανθρωπότητα…

έχουμε υποστεί ένα σωρό πολιτικές

θεραπείες

κι όλοι παραμένουμε

αρκετά ανόητοι ώστε η επόμενη αυτή

ΤΩΡΑ.

θα διορθώσει

σχεδόν τα πάντα .

 

συμπολίτες

το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το δημοκρατικό

σύστημα , το πρόβλημα

είστε εσείς .

Αντικαταναλωτισμός, Αυτονομία και Αντίσταση στον Φόβο


Οι νιφάδες του χιονιού είναι από τα πιο εύθραυστα πράγματα στη Φύση, κι όμως δείτε τι μπορούν να κάνουν όταν είναι ενωμένες!
Βέρνι Μ. Κέλι

Οι Αγροί των λουλουδιών δεν λένε ψέματα

Ζούμε μέσα στην ήρεμη φρίκη της καταναλωτικής δημοκρατίας. Σε μια εποχή αχαλίνωτου καταναλωτισμού, ανυπόφορου κοινωνικού μιμητισμού και εκκωφαντικής έλλειψης κριτικής σκέψης. Σε μια δημοκρατία του Δεξιο-Αριστερού «μεσαίου χώρου», του «μέσου όρου», της κατατονικής μετριοπάθειας και του παγώματος των συλλογικών παθών. Προπαντός όμως ζούμε κάτω από τη δικτατορία των αγορών. Η αγορά είναι ο νέος δικτάτορας μας. Τα πάντα γύρω μας καταρρέουν και μόνον η σημαία της ανταγωνιστικότητας παραμένει όρθια. Ανταγωνιστικότητα, αυτή η υπέρτατη αξία της νέας εποχής μας!

Μήπως όμως πρέπει να αντισταθούμε στο «πνεύμα της εποχής» μας; Να αντισταθούμε στο αμερικανικό αξίωμα ό,τι η επιτυχία και το χρήμα είναι το παν στη ζωή; Συνήθως τα χρήματα είναι μια καλή δικαιολογία για την έλλειψη τέχνης και προσωπικής ολοκλήρωσης στη ζωή μας. Από ένα σημείο και μετά όμως τα χρήματα καταδυναστεύουν τον άνθρωπο μεταμορφώνοντας τον σε Homo Economicus Cretinus. Γι’ αυτό το νέο είδος ανθρώπου, που συνηθίζει να κάνει ανθρωποθυσίες για τα κέρδη, οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι απλώς καταναλωτικά τρόπαια που εξαγοράζονται εύκολα. Η ίδια η οικονομία είναι μια φούσκα που συστέλλεται και διαστέλλεται σύμφωνα με τις ματαιοδοξίες και τα όνειρα των άπληστων καπιταλιστών αυτής της συνομοταξίας! Αυτό όμως είναι απαράδεκτο. Η οικονομία πρέπει να υπηρετεί τον λαό και όχι ο λαός την οικονομία.

Κάτι τέτοιο, δηλαδή να θέσουμε την οικονομία στην υπηρεσία των πολλών, είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί εφόσον δεν έχουμε καταναλωτική συνείδηση, αντίθετα έχουμε καταντήσει «target group», ιδανικοί στόχοι των πολυεθνικών εταιρειών. Πρέπει λοιπόν επειγόντως να αποκτήσουμε καταναλωτική συνείδηση, να «ψηφίζουμε» δηλαδή με τα λεφτά μας. Ναι, πρέπει να γνωρίζουμε πως σε μια αγορά που υποτίθεται πως λειτουργεί σωστά «ψηφίζεις» όντως με τα λεφτά σου. Κάθε αγορά που κάνεις είναι ταυτόχρονα και μια πολιτική επιλογή, με τη διαφορά πως αντί για κόμματα «ψηφίζεις» προϊόντα και εταιρίες που τα παράγουν. Όπως πολύ σωστά λέει και ο ροκ σταρ Bono των U2 «το shopping είναι η νέα πολιτική πράξη».

Για την ώρα πάντως αφεθήκαμε να υποβιβαστούμε από πελάτες σε καταναλωτές. Έχουμε υποκύψει στον περίτεχνο διαφημιστικό μηχανισμό και στον «Δούρειο Ίππο» του μάρκετινγκ και αντιδρούμε σαν αφηνιασμένα consuming zombies, που τρέχουν στα εμπορικά κέντρα καταναλώνοντας σχεδόν ό,τι βρουν μπροστά τους. Ξεχνάμε βέβαια πως όλα όσα καταναλώνουμε χωρίς να τα έχουμε πραγματική ανάγκη είναι συνήθως «κλεμμένα» από τα στομάχια των φτωχών. Εκτός των άλλων αυτή η υπερκατανάλωση μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υπερχρέωση και στην πλαστική εξάρτηση από πιστωτικές κάρτες και δάνεια, καθιστώντας μας σκλάβους του τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες κερδοσκοπούν ανελέητα εκμεταλλευόμενες τη ματαιοδοξία μας να αναρριχηθούμε στο Έβερεστ της ευημερίας, να γευτούμε τους «απαγορευμένους καρπούς» του καταναλωτικού μας παραδείσου. Αυτό έχει ως τίμημα την υποθήκευση του μέλλοντος μας και, σε τελική ανάλυση, την περιστολή των ελευθεριών μας. Όπως είχε πει κάποτε ο και Αμερικανός πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον: «Τα τραπεζικά ιδρύματα είναι πιο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας από τους τακτικούς στρατούς»…

Καλημέρα Τεμπελιά!

Τι μπορούμε να κάνουμε όμως απέναντι σ’ αυτή την επιδημία υπερκατανάλωσης στην οποία έχουμε υποκύψει σχετικά πρόσφατα; Καταρχάς μπορούμε να επιλέξουμε την εθελοντική λιτότητα: να εργαζόμαστε λιγότερο –άρα να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο– και να αγοράζουμε λιγότερα περιττά υλικά αγαθά. Να λέμε «No Thanks» σε ό,τι προσπαθούν να μας πουλήσουν οι κάθε λογής επιτήδειοι. Να λέμε στον εαυτό μας «αυτό το προϊόν δεν το χρειάζομαι. Γιατί να το αγοράσω;» Δεν πρέπει στις αγορές μας να λειτουργούμε παρορμητικά και συναισθηματικά. Αν αγοράζουμε με βάση το συναίσθημα και όχι τη λογική –δηλαδή με βάση τις πραγματικές μας ανάγκες– τότε υπάρχει κίνδυνος, μετά από την αγορά, να αισθανθούμε ένα ακόμη ισχυρότερο συναίσθημα, εκείνο της απογοήτευσης. Γι’ αυτό και η κατάθλιψη μετά από αγορές είναι συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής μας που πλήττει ειδικά τις γυναίκες Καταφεύγοντας παρορμητικά σε μια άχρηστη «αντικαταθλιπτική» αγορά το αποτέλεσμα είναι η επίταση της θλίψης και η έντονη αίσθηση ότι ο καταναλωτής έπεσε θύμα κάποιας παραπλανητικής διαφήμισης ή κάποιου επιτήδειου πωλητή. Παγιδευμένοι σε μια κοινωνία κερδισμένων και χαμένων, όπου επικρατεί η πεποίθηση πως πετυχημένος είναι εκείνος που έχει περισσότερη οικονομική και υλική ευημερία, αισθανόμαστε, παρά τις πρόσκαιρες «καταναλωτικές θεραπείες» μας, ολοένα και πιο δυστυχισμένοι…

Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως η καριέρα και η δουλειά γενικότερα είναι η μόνη διέξοδος. Μας έχουν πουλήσει μάλιστα το παραμύθι πως η δουλειά είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Όχι δεν είναι! Η δυναμική διεκδίκηση της καριέρας και της κοινωνικής ανόδου, μέσω σκληρής εργασίας, δεν έχει πλέον νόημα. Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους. Γι’ αυτό και στην εποχή μας, όπου τα κοινωνικά ασανσέρ είναι κολλημένα, η ενεργός αποστασιοποίηση από την εργασία, με άλλα λόγια η τεμπελιά αποτελεί ανατρεπτική πράξη!

Αντίσταση στην εποχή του φόβου!

Τι μπορούμε να κάνουμε όμως απέναντι σ’ αυτή την επιδημία υπερκατανάλωσης στην οποία έχουμε υποκύψει σχετικά πρόσφατα; Καταρχάς μπορούμε να επιλέξουμε την εθελοντική λιτότητα: να εργαζόμαστε λιγότερο –άρα να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο– και να αγοράζουμε λιγότερα περιττά υλικά αγαθά. Να λέμε «No Thanks» σε ό,τι προσπαθούν να μας πουλήσουν οι κάθε λογής επιτήδειοι. Να λέμε στον εαυτό μας «αυτό το προϊόν δεν το χρειάζομαι. Γιατί να το αγοράσω;» Δεν πρέπει στις αγορές μας να λειτουργούμε παρορμητικά και συναισθηματικά. Αν αγοράζουμε με βάση το συναίσθημα και όχι τη λογική –δηλαδή με βάση τις πραγματικές μας ανάγκες– τότε υπάρχει κίνδυνος, μετά από την αγορά, να αισθανθούμε ένα ακόμη ισχυρότερο συναίσθημα, εκείνο της απογοήτευσης. Γι’ αυτό και η κατάθλιψη μετά από αγορές είναι συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής μας που πλήττει ειδικά τις γυναίκες Καταφεύγοντας παρορμητικά σε μια άχρηστη «αντικαταθλιπτική» αγορά το αποτέλεσμα είναι η επίταση της θλίψης και η έντονη αίσθηση ότι ο καταναλωτής έπεσε θύμα κάποιας παραπλανητικής διαφήμισης ή κάποιου επιτήδειου πωλητή. Παγιδευμένοι σε μια κοινωνία κερδισμένων και χαμένων, όπου επικρατεί η πεποίθηση πως πετυχημένος είναι εκείνος που έχει περισσότερη οικονομική και υλική ευημερία, αισθανόμαστε, παρά τις πρόσκαιρες «καταναλωτικές θεραπείες» μας, ολοένα και πιο δυστυχισμένοι…

Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως η καριέρα και η δουλειά γενικότερα είναι η μόνη διέξοδος. Μας έχουν πουλήσει μάλιστα το παραμύθι πως η δουλειά είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Όχι δεν είναι! Η δυναμική διεκδίκηση της καριέρας και της κοινωνικής ανόδου, μέσω σκληρής εργασίας, δεν έχει πλέον νόημα. Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους. Γι’ αυτό και στην εποχή μας, όπου τα κοινωνικά ασανσέρ είναι κολλημένα, η ενεργός αποστασιοποίηση από την εργασία, με άλλα λόγια η τεμπελιά αποτελεί ανατρεπτική πράξη!

Αυθεντικότητα πάνω απ΄όλα!

Πριν συνεχίσω θέλω να επισημάνω πως αυτά που γράφω εδώ δεν ισχυρίζομαι ότι αποτελούν δικές μου πρωτότυπες ιδέες, αλλά ένα σταχυολόγημα απόψεων και ιδεών που διάβασα και μελέτησα τελευταία ή, αν θέλετε, αποτελούν ανεξιχνίαστες λογοκλοπές. Όπως είπε χαρακτηριστικά και ο γνωστός Ισπανός σκηνοθέτης Πέντρο Αλμοδοβάρ: «Ό,τι δεν είναι αυτοβιογραφικό είναι υποκλοπή».

Αλλά ας έλθουμε τώρα στο ζήτημα της αυθεντικότητας. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν αυθεντικές ζωές, αλλά θλιβερά απομεινάρια ξένων ζωών που πιστεύουν πως δικές τους. Πάει καιρός που οι Έλληνες έπαψαν να είναι απρόβλεπτοι και αλλοπρόσαλλοι, σαν ανεμοδείκτες. Αντίθετα είναι απόλυτα προβλέψιμοι. Όλοι τείνουν να μοιάζουν με όλους. Οι στατιστικές εφαρμόζονται πετυχημένα πάνω τους. Όπως και σε κάθε Δυτική κοινωνία, έτσι και στην Ελλάδα τα «ιδανικά» των νέων είναι ο πλούτος, τα υλικά αγαθά, η δόξα και η καλοπέραση. Τίποτε το πρωτότυπο δηλαδή. Σχεδόν όλοι οι νεαροί Έλληνες θέλουν να καλοπερνούν στα ιν κλαμπ, να τρώνε στα σικ εστιατόρια, να πίνουν «ντριγκς» νωχελικά, να οδηγούν καινούργια απαστράπτοντα αυτοκίνητα, να ντύνονται με πανάκριβα ρούχα φίρμας, να μένουν σε μοντέρνα σπίτια ή σε μονοκατοικίες με γκαζόν, να κάνουν διακοπές σε χάι μέρη, να έχουν φουσκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, μια «βεντάλια» από πιστωτικές κάρτες όλων των ειδών, διάσημους γνωστούς, λαμπερές «μπάρμπι» ερωμένες και όνειρα για το τι θα κάνουν τα λεφτά που θα κερδίσουν στο τζάκποτ του τζόκερ. Και όταν δεν κάνουν τίποτε από τα παραπάνω λουφάζουν τεμπέλικα στο αναπαυτικό σαλόνι του πατρικού τους –ποιος είναι τόσο χαζός για να δουλεύει και να πληρώνει το μισό μισθό του για το ενοίκιο μιας «τρύπας»;– χαζεύοντας reality show και άλλα τηλεοπτικά κατακάθια. Πουθενά, επαναλαμβάνω, διάθεση για ελευθερία, δημιουργία, επανάσταση. Αυτό που έχει πλέον σημασία είναι το ανελέητο κυνήγι της ηδονής και η ικανοποίηση της ακόρεστης καταναλωτικής τους δίψας.

Στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σέρνονται υπερτροφικές και καταθλιπτικές εγωπαθείς υπάρξεις, που μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους. Οι περισσότεροι Έλληνες είναι άλλοι, δεν είναι ο εαυτός τους. Οι σκέψεις τους ανήκουν σε κάποιον άλλο, οι ζωές τους είναι μίμηση άλλων ζωών, τα πάθη τους σκέτη αντιγραφή από τηλεοπτικά σίριαλ, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε πει κάποτε ο Έμερσον: «Τίποτε δεν είναι πιο σπάνιο στον άνθρωπο από μια πράξη που να είναι δική του».

Σπάνια συναντά κανείς σήμερα κάποιον «αυτόφωτο αστέρα». Οι περισσότεροι είναι ετερόφωτοι, μιμούνται τους άλλους, «η ζωή τους δεν είναι παρά η κρύα φεγγαρίσια αντανάκλαση του ήλιου» (Χένρι Μίλερ). Πως όμως μπορούμε να γίνουμε αυθεντικοί; Όπως έγραψα και στο editorial αυτού του τεύχους «η αυθεντική ζωή αρχίζει μόλις καταρρέουν οι ψευδαισθήσεις». Με άλλα λόγια πρέπει καταρχάς να σταματήσουμε να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας ότι ζούμε αυθεντικές ζωές, ενώ δεν είμαστε παρά μια αντανάκλαση, ένα κούφιο ολόγραμμα, μια σκιά του αληθινού μας εαυτού. Σε δεύτερη φάση πρέπει να επιδιώξουμε την αυτονομία. Η αυτονομία είναι το αντίθετο της ετερονομίας. Δεν πρέπει να υπακούμε εύκολα σε νόμους και συμβάσεις, που έχουν κατασκευαστεί χωρίς τη συμμετοχή μας. Πρέπει πάνω απ’ όλα να υπακούσουμε στον εαυτό μας και στις ιδέες μας. Δεν πρέπει να ετεροπροσδιοριζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε τους άλλους για να μας πουν ποιοι πραγματικά είμαστε. Ο αυτοπροσδιορισμός είναι το επιθυμητό και αυτό προϋποθέτει την αυτογνωσία.

Η ζωή του καθενός μας πρέπει να είναι δρόμος προς τον Εαυτό του, προς την αυτοπραγμάτωση. Αν το καταφέρουμε τότε θα ζήσουμε μια ζωή που θα έχουμε χρησιμοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες μας, θα έχουμε κυνηγήσει τα ατομικά και συλλογικά όνειρα μας, θα έχουμε συνειδητότητα και βαθύ σεβασμό για τη Φύση και την ύπαρξη. Με άλλα λόγια μια ζωή που αξίζει να τη ζήσει κανείς: «Μην αφήνεις στο θάνατο, παρά μόνον στάχτες» (Νίκος Καζαντζάκης).

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ είναι συγγραφέας και εκδότης-διευθυντής του περιοδικού ΖΕΝΙΘ.

Κατά την άποψή μου, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να καθίσει σε ένα δάσος κοιτάζοντας ανάμεσα από τα δέντρα ένα ηλιοφώτιστο λιβάδι και να πει, «αυτό είναι ό,τι πραγματικά χρειάζομαι», κάτι είναι λάθος με αυτόν.
P. Lutus

Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους…

Όλα όσα καταναλώνουμε χωρίς να τα έχουμε πραγματική ανάγκη είναι συνήθως «κλεμμένα» από τα στομάχια των φτωχών…

Πρέπει να σταματήσουμε να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας ότι ζούμε αυθεντικές ζωές, ενώ δεν είμαστε παρά μια αντανάκλαση, ένα κούφιο ολόγραμμα, μια σκιά του αληθινού μας εαυτού.



Τύψεις τις λένε..


Ευτυχώς που δεν έχω αυτοκίνητο, μηχανάκι κ κάποιον να με μεταφέρει…Σήμερα είμαι ευτυχισμένη γιατί έχει απεργία ο ηλεκτρικός. Δεν θα κοιτάζω έξω από το παράθυρο αδιαφορώντας για τον αναξιοπαθούντα που θα πουλάει χαρτομάντιλα, δεν θα προσποιούμαι την αφηρημένη, ή την βυθισμένη σε σκέψεις, για να τον αποφύγω επειδή δεν θέλω να του δώσω δεκάρα τσακιστή. (είναι κακία;) Δεν θα βλέπω αυτούς που κάθονται τριγύρω να κάνουν το ίδιο, πως δήθεν δεν παίρνουν χαμπάρι αυτή τη μακρόσυρτη φωνή που δικαιολογείται και ζητιανεύει.  Είπες κάτι; Ρε γμτ περνάει δίπλα σου το πρεζόνι, ρακένδυτο και εξαθλιωμένο, σου μιλάει, και κανένας δεν γυρίζει πια το βλέμμα του προς την πλευρά του. Πως γίναμε έτσι αναίσθητοι;

Xρησιμοποιώ καθημερινά τον ηλεκτρικό για την δουλειά μου. Πριν πάω και όταν γυρίζω σπίτι παίρνω δόσεις απανθρωπιάς που η αλήθεια είναι πως δεν μου λείπουν καθόλου… (για να λέμε αλήθειες)

Είναι μεγάλη υπόθεση  τελικά να παραμένεις άνθρωπος.

Το συμπέρασμα μου ένα: Η πόλη μoυ με χαλάει πια, με καταστρέφει, με αλιώνει, με αηδιάζει.  Επαρχία  λοιπόν.. μπας  και ξαναγίνω άνθρωπος.


On ne naît pas femme: on le devient.


Η Σιμόν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1908 και πέθανε στις 14 Απριλίου 1986. Ήταν μια Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια. Υπήρξε σύντροφος του διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν-Πωλ Σαρτρ.
Το γνωστότερο έργο της υπήρξε Το Δεύτερο Φύλο, μια φεμινιστική ανάλυση της γυναικείας ύπαρξης και της καταπίεσης των γυναικών

Η Γυμνή Σιμόν με τα βαμμένα νύχια

Παθιασμένη αλλά και δυστυχισμένη, ταυτόχρονα αυταρχική και υποταγμένη, έξυπνη αλλά κι όλο σάρκα, τόσο στυλάτη παρά την παράξενη κόμμωσή της, γυναίκα που καταβροχθίζει τους εραστές της κι ωστόσο δεμένη για πάντα με έναν μόνο άντρα -για ποιαν να πρόκειται άραγε ; Την Μπρίτνεϊ Σπίαρς, τη Ρασίντα Ντάτι, την Κάρλα Μπρούνι ;

Όχι, αυτό ακριβώς είναι το πορτρέτο που συναντάμε στον « Nouvel Observateur » για μια γυναίκα η οποία υπήρξε φιλόσοφος, στρατευμένη διανοούμενη και μαχητική αγωνίστρια και η οποία για πολλούς, τόσο στη Γαλλία όσο και στο εξωτερικό, ενσαρκώνει τον φεμινισμό : πρόκειται για τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Χρησιμοποιήθηκαν δε, όλοι οι μηχανισμοί του πορτρέτου « people », συμπεριλαμβανομένης και της « προκλητικής φωτογραφίας » -στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια γυμνή φωτογραφία στο εξώφυλλο.

Το αφιέρωμα του μεγάλου γαλλικού περιοδικού που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της εκατοστής επετείου της γέννησης της Σιμόν ντε Μποβουάρ, είναι αποκαλυπτικό των όρων που οφείλει να πληροί μια γυναίκα (ακόμα κι αυτή) για να εισχωρήσει, στις μέρες μας, στη Γαλλία, στο πάνθεον των μεγάλων ανδρών.

Ο πρώτος όρος είναι να… συνοδεύεται από έναν άντρα ! Πράγμα που συμβαίνει σε ολόκληρο το αφιέρωμα : αρχίζει με την εξιστόρηση της σχέσης της με τον Κλοντ Λανζμάν, συνεχίζεται με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και τελειώνει με τον αμερικανό εραστή της, Νέλσον Όλγκριν. Δείχνει μια γυναίκα που ζει μια έντονη και συζυγική σχέση -υπογράφει τις επιστολές της στον Λανζμάν ως « η γυναίκα σου »- μια γυναίκα γεμάτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον ανέλπιστο έρωτα-« εκείνη που πίστευε ότι τώρα πλέον ήταν υπερβολικά γριά για τον έρωτα, τώρα κλαίει από ευτυχία » γράφουν οι δημοσιογράφοι που επιμελήθηκαν το αφιέρωμα, μιλώντας για μια γυναίκα… 44 ετών !). Ή, όπως έλεγε κι ο Λανζμάν, « μια πραγματική γυναίκα, ολοκληρωμένη ». Στ’ αλήθεια, ο Λανζμάν -κι οι δημοσιογράφοι- μιλάνε όντως για τη Σιμόν ντε Μποβουάρ ; Τη συγγραφέα του « Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι », εκείνη που απέδειξε ότι το να είσαι γυναίκα δεν εξαρτάται από καμία « φύση » η οποία υποτίθεται ότι προκαθορίζει αυτήν την ιδιότητα ;

Απ’ ό,τι φαίνεται ναι, κι ο τόνος που κυριαρχεί είναι ο εξής : η πραγματική γυναίκα δεν είναι η φεμινίστρια κι η αγωνίστρια, είναι η « μεγάλη ερωτευμένη », όπως μας εξηγεί κι η Αριέλ Ντομπάλ, της οποίας ζήτησε τη συμβολή ο « Nouvel Observateur » -ίσως επειδή είναι, κι αυτή, αυτό που ήταν πάνω απ’ όλα η Μποβουάρ στα μάτια τους : μια « σύζυγος φιλοσόφου ».

Έτσι, όλα παρουσιάζονται σάμπως η ερωτική ζωή μιας γυναίκας η οποία δεν παντρεύτηκε, δεν απέκτησε παιδιά, κι απ’ ό,τι φαίνεται γνώρισε αρκετούς εραστές ή ερωμένες, να εκτυλίχθηκε μόνο κάτω από την κηδεμονία αντρών -οι ομοφυλοφιλικές της σχέσεις αναφέρονται απλώς ως μια εκδήλωση της προσωπικότητάς της « που ήθελε να χειραγωγεί τα πάντα »- στο μοτίβο του τραγικού πάθους και με υπόβαθρο την καθυστερημένη συμφιλίωσή της με τη μονογαμική συζυγική ζωή -θάφτηκε « έχοντας στο δάχτυλό της το ασημένιο δαχτυλίδι-βέρα που της είχε χαρίσει ο Όλγκριν ».

Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού είναι -όπως κι η επιμονή στην ερωτική ζωή της Μποβουάρ- αρκούντως σοκαριστική. Σάμπως η φιλόσοφος να όφειλε -προτού αξιωθεί να την τιμήσουν τα περιοδικά και να εορταστεί η επέτειος της γέννησής της από το γαλλικό έθνος- όχι μόνο να δώσει εχέγγυα του έρωτά της για τους άντρες, αλλά και να… γδυθεί. Μια γυναίκα είναι « πραγματική » γυναίκα μόνο όταν είναι ένα σώμα, και μάλιστα ένα σώμα το οποίο δεν αρνείται να εγκαταλειφθεί στο βλέμμα των αντρών… αλλά ούτε και σε εκείνο των διαφημιστών.

Όμως, η γυμνή φωτογραφία αποκτά το πραγματικό νόημά της μόνο σε συνδυασμό με το αφιέρωμα, που επιμελήθηκαν η Αγκάτ Λοζάρ και η Οντ Λανσελέν, και στη ριζική, μανιχαϊστική αντίθεση στην οποία στηρίζεται, ανάμεσα στη σεξουαλική και αισθηματική ζωή της Σιμόν ντε Μποβουάρ και στην πνευματική ζωή και τη στράτευσή της. Όπως μας εξηγούν στην εισαγωγή, « η σύντροφος του Σαρτρ κήρυξε τον πόλεμο στην πατριαρχία, αλλά υπήρξε επίσης θύμα του πάθους ».

Από τη μια πλευρά, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, κάτοχος του υψηλότερου πανεπιστημιακού διπλώματος στη φιλοσοφία, συγγραφέας του « Δεύτερου Φύλου », βραβευμένη με το βραβείο Γκονκούρ, στρατευμένη στην υπόθεση του φεμινισμού και της αριστεράς. Κι από την άλλη, η Μποβουάρ γυναίκα κι ερωμένη, παρασυρμένη από την επιθυμία κι από τα πάθη : αυτές οι δύο πραγματικότητες θεωρούνται ανταγωνιστικές. Σάμπως η ερωτική της ζωή, η πνευματική της μαθητεία και το πολυγαμικό ζευγάρι που είχε δημιουργήσει με τον Σαρτρ να μην είχαν καμία σχέση με τον προβληματισμό της για τις συζυγικές κι οικογενειακές νόρμες.

Τίποτα από όσα ανήκουν στην « ιδιωτική » ζωή της Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως « πολιτικό » : αρκούνται στην τόσο « παραδοσιακή » -και αντιδραστική- αντίθεση ανάμεσα στο συναίσθημα και στη νόηση, στο σώμα και στο πνεύμα. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η αντίθεση είναι ένα δημοσιογραφικό κόλπο. Ωστόσο, επιτρέπει να διακηρυχθεί εκ νέου η διάκριση ανάμεσα στα πεδία τα οποία υποτίθεται ότι προορίζονται « από τη φύση τους » για τους άντρες και για τις γυναίκες : για τους πρώτους η αφαίρεση, για τις δεύτερες το πάθος. Εξάλλου, η απόπειρα της Μποβουάρ να αποδομήσει μέσα στα βιβλία της, αλλά και να ξεπεράσει μέσα στη ζωή της, αυτόν τον « ιερό » διαχωριστικό φραγμό, παρουσιάζεται ως αδιαλλαξία, ως ψυχρότητα και, τελικά, ως δυστυχία.

Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο πάντα, η Μποβουάρ παρουσιάζεται « να κάνει διαρκώς κήρυγμα, άκαμπτη και περιχαρακωμένη μέσα στις βεβαιότητές της ». Είναι « ειλικρινής » στη στράτευσή της, αλλά « τόσο ψυχρή », που καταλήγει να γίνει η « σαρτρική Σιδηρά Κυρία ».

Η αντίθεση ενισχύεται κι από τα έμμεσα συμπεράσματα του αφιερώματος : η « φύση » πάντοτε υπερισχύει. Εξάλλου, δεν παρέμεινε « γκομενίτσα μέχρι την άκρη των βαμμένων νυχιών της » ; Κι ο συγγραφέας Φιλίπ Σολέρ εξηγεί ότι « με τη διαπεραστική, δυσάρεστη, πεισματάρικη, διδακτική φωνή της, έμοιαζε να θέλει να αρνηθεί την ωραία εικόνα της ».

Αντίθετα με τον έναρθρο λόγο, ο τομέας όπου η Μποβουάρ αποδεικνύεται πιο γοητευτική είναι η εμφάνισή της. Όπως βεβαιώνει η Ντομπάλ, αν και « κρυβόταν πίσω από άχαρα ταγέρ και αυστηρά τουρμπάνια », ήταν μια « γοητευτική γυναίκα ». Θα ήταν ανάρμοστο, εξάλλου, μια διάσημη Γαλλίδα να είναι ασουλούπωτη και κακάσχημη.

Η διανοούμενη και στρατευμένη Σιμόν ντε Μποβουάρ θάβεται με το γνωστό θράσος του Φιλίπ Σολέρ : « Θα μείνει στην ιστορία ως μεγάλη επιστολογράφος ». Αποφασίζοντας όλο στόμφο ότι οι αριστουργηματικές ερωτικές επιστολές της είναι ανώτερες από το θεωρητικό της έργο, μας καλεί να « (ξανα)διαβάσουμε την επιστολογράφο Μποβουάρ », την Μποβουάρ του μυστικού και του ιδιωτικού, των αισθημάτων και της διαχυτικότητας, « επιτέλους αισθησιακή, αστεία ».

Έτσι, το αφιέρωμα έρχεται να τροφοδοτήσει την αγαπημένη θεματική του αντιφεμινιστικού backlash. ο αγώνας των γυναικών τις κάνει ψυχρές, τις απομονώνει, τις κάνει δυστυχισμένες. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει σταδιακά από την ιδέα ότι ο αγώνας της Μποβουάρ είναι βίαιος. Ο « πόλεμος » που διεξάγει περιορίζεται σε μερικές διεκδικήσεις που αναφέρονται με συνοπτικό τρόπο : άρνηση του « αρσενικού μέλλοντος », απόρριψη του μεικτού χαρακτήρα των φεμινιστικών ομάδων, υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών στη βία, κατάργηση της οικογένειας προς όφελος της κοινότητας…

Θα μπορούσε να περιμένει κανείς ορισμένες εξηγήσεις. Πρέπει να αρκεστεί σε μια απλή απαρίθμηση, η οποία ακολουθείται αμέσως από το εξωφρενικό ερώτημα : « Τη διάβαζαν και την τιμούσαν σε ολόκληρο τον κόσμο, η γνώμη της μετρούσε• ήταν όμως ευτυχισμένη ; » Η πολυπόθητη απάντηση μας δίνεται μερικές σελίδες παρακάτω από την Ντομπάλ, η οποία φθάνει μέχρι το σημείο να πανηγυρίσει για την αποτυχία της αναζήτησης από την Μποβουάρ μιας « ελευθερίας υπεράνω των δυνάμεών της ». Κι η ηθοποιός-τραγουδίστρια καταλήγει σε μια συγκλονιστική εικόνα της Μποβουάρ, « η οποία πήγαινε να καθίσει σε ένα παγκάκι, μόνη, δίπλα στον τάφο του Σαρτρ (…), κλαίγοντας τον έρωτα μιας ζωής ».

Αυτό, ακριβώς, το τραγικό πεπρωμένο υποτίθεται ότι μετέτρεψε τη Σιμόν ντε Μποβουάρ σε μια εξαιρετική γυναίκα κι όχι το έργο ή η δράση της. Ο τίτλος του αφιερώματος, « Η σκανδαλώδης », είναι αποκαλυπτικός. Γιατί, αν οι δύο συντάκτριές του παραθέτουν τις αγανακτισμένες αντιδράσεις του Αλμπέρ Καμί και του Φρανσουά Μοριάκ μετά την έκδοση του « Δεύτερου Φύλου », το 1949, δεν κρίνουν σκόπιμο να διευκρινίσουν ποιες θέσεις της συγγραφέως προκάλεσαν την αγανάκτηση των αρσενικών !

Κατά κάποιον τρόπο, η Μποβουάρ περνάει στην εθνική κληρονομιά όπως ακριβώς ο Γκι Μοκέ στο πάνθεον του σαρκοζισμού : σαν μια μυθοποιημένη κι αποπολιτικοποιημένη προσωπικότητα, αποσυνδεδεμένη από το κοινωνικό της πλαίσιο και από κάθε σχέση κυριαρχίας. Οι συγκρούσεις απαλείφονται προς όφελος του εορτασμού της εθνικής μας μεγαλοφυΐας, στον οποίο καλούμαστε να συμμετάσχουμε.

Μάλιστα, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στο άρθρο που αφιερώνεται στην Μποβουάρ παρατίθενται μαρτυρίες προσωπικοτήτων του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος, οι οποίες παρουσιάζονται ως ατομικότητες και ποτέ ως πρωταγωνίστριες συλλογικών αγώνων. Αντίθετα, στα ένθετα κείμενα που παρεμβάλλονται, γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την προβολή του Σολέρ ή της Ντομπάλ, δύο διασημοτήτων που διαλέγονται ως ίσος προς ίσον με την Μποβουάρ, παρά το γεγονός ότι δεν φημίζονται διόλου για το φιλοσοφικό τους έργο ή τη φεμινιστική τους στράτευση.

Ο Ρολάν Μπαρτ έδειξε με ποιον τρόπο η περιγραφή των διακοπών των συγγραφέων συνέβαλε στην ενίσχυση της εικόνας τους ως « ξεχωριστών » προσωπικοτήτων, τις οποίες τιμάμε γι’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητά τους κι όχι για τη λογοτεχνική παραγωγή τους. Το αφιέρωμα στη Σιμόν ντε Μποβουάρ κλείνει με την απότιση φόρου τιμής στον απλό λαό που εκδήλωσε τον σεβασμό του κατά τη διάρκεια της κηδείας της : αυτούς τους σερβιτόρους της « La Coupole », οι οποίοι « σχημάτισαν μια τιμητική φρουρά γύρω από το φέρετρό της κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης πομπής »…

πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

 

Το Δεύτερο Φύλο
Η Σιμόν ντε Μποβουάρ επιχειρηματολογεί μέσω ενός φεμινιστικού υπαρξισμού στο Δεύτερο Φύλο . Ως υπαρξίστρια η Μποβουάρ αποδέχεται την αρχή πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Επομένως δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται. Η ανάλυσή της εστιάζει στην ιδέα του Άλλου. Η κατασκευή της γυναίκας ως το τυπικό παράδειγμα Άλλου είναι για την Μποβουάρ το θεμέλιο της καταπίεσης των γυναικών.
Η Μποβουάρ υποστηρίζει πως δια μέσου της ιστορίας οι γυναίκες έχουν θεωρηθεί ως η παρέκκλιση, η ανωμαλία. Ακόμη και η πρώιμη φεμινίστρια Mary Wollstonecraft  θεωρεί τους άντρες ως το ιδανικό στο οποίο θα έπρεπε να ανέλθουν οι γυναίκες. Η Μποβουάρ λέει πως αυτή η στάση έχει κρατήσει πίσω τις γυναίκες διατηρώντας την αντίληψη πως οι γυναίκες είναι η παρέκκλιση από το κανονικό, ότι είναι παρείσακτες που προσπαθούν να εξομοιωθούν με την “κανονικότητα”. Λέει επίσης πως αν ο φεμινισμός θέλει να προχωρήσει, πρέπει να καταρρίψει την υπόθεση αυτή.

On ne naît pas femme: on le devient.

1908-1986