Μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο.


Image

(1919-2010)

«Γνώρισμα του ανώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να πεθάνει ευγενικά για μια υπόθεση. Γνώρισμα του ώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να ζήσει ταπεινά γι’ αυτήν» (σ. 226).

Image

O φύλακας στη σίκαλη [και το όνειρο μιας χαμένης εφηβείας] – J.D. Salinger

Το βιβλίο που με έκαψε. Μπορεί και να με διαμόρφωσε. Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” του J.D. Salinger (μετ. Τζένη Μαστοράκη -εξαιρετική ποιήτρια-, εκδ. Επίκουρος). Το χρονικό ενός εφήβου, ενός παιδιού που πήρε τη μεγάλη του απόφαση, διατάζοντας τον εαυτό του να τρέξει προς την ελευθερία. Ο ήρωας μιας χαμένης εφηβείας και μιας αναπόδεικτης (και ανέξοδης ίσως) δρασκελιάς στο έρμα των αμερικανικών προτύπων. Μεταπολεμικός ρεαλισμός και πηγή του ύστερου ρεύματος που πήρε το όνομα νεορεαλισμός, ή βρώμικος/μινιμαλιστικός ρεαλισμός. Η ιστορία: ο Χόλντεν Κόλφιντ, στο τέλος της εφηβείας του, λαμβάνει το ρόλο του αντιήρωα του μυθιστορήματος, ενός γνήσιου παρία, όχι με την έννοια που αυθωρεί μας έρχεται στο νου, αλλά με αυτήν την άγουρη ακόμα οντότητα που απορεί και αμφισβητεί τα πάντα, που θέτει ερωτήματα (αναπάντητα για πολλούς, ανύπαρκτα για άλλους). Η ανολοκλήρωτη ιστορία του Χόλντεν περνά μέσα από μια απαράμμιλη αθωότητα, από μια επίδοση σε γλώσσα του δρόμου, έτσι όπως μόνο ένας έφηβος (όχι κατ’ ανάγκην αμερικανός) μπορεί να αποδώσει, με όλες εκείνες τις επαναλήψεις (το “…και τα ρέστα” κυριαρχεί παντού) που είναι ικανά να σε οδηγήσουν σε μια εξατομίκευση και απολαυστική οικειοποίηση του κειμένου. Είναι ο αντιήρωας εκείνος που αποδρά από έναν κόσμο, που ξέρει ότι σύντομα θα γίνει μέρος του και αυτό αποτελεί sine qua non της ζωής του. Και ενώ ο Salinger, παρ’ όλα τα αυτονόητα -για τους “μεγάλους”- που γεμίζουν το βιβλίο, προσπαθεί να χτίσει τον Χόλντεν μέσα στο πλαίσιο μιας μυθιστορηματικής πλοκής που διαρκώς μένει ανολοκλήρωτη…
Γιατί όμως;
Ο δεσμός που δένει τον αναγνώστη με αυτό το βιβλίο (ας το κάνω προσωπικο: που με δένει με αυτό το βιβλίο) είναι μια εσωτερική δικτατορία που με στοιχειώνει χρόνια τώρα, όχι, βεβαίως, γιατί υποκλίνομαι στο μέγεθος του συγγραφέα του, αυτό είναι δεδομένο, αλλά πολύ απλά γιατί το κείμενο αυτό ποτέ δε λέει την τελευταία του λέξη. Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” είναι εκείνο το αδηφάγο μυθιστόρημα που σε τραβά απ’ το μανίκι και σε ρωτά, παιδί κι αυτό, σε πόση ώρα φτάνουμε.
Πού;
Σε μια λαιμητόμο των ψυχοσυνθετικών περιόδων της ζωής μας. Απαλλαγμένοι πια από οποιαδήποτε έννοια και ιδέα εξωπραγματικής υπόστασης, γυμνοί και καθαροί πια από τα ρούχα μιας κάποιας ενοχής. Με λόγο απλό και μετρημένο: Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” είναι ο αέρας που πνέει και ζητά να φωτιστεί το σύμπαν που χτίζουμε με τα καλύτερα υλικά σε κάθε στάδιο της ζωής μας. Μας κάνει να ονειρευόμαστε σε μια -αθώα ή μη- εφηβεία, μας ζωντανεύει μνήμες αργότερα, αλλά και μας ωθεί -βεβιασμένα είναι η αλήθεια- σε μια χοάνη που κρύβει μέσα της όλους τους προορισμούς που πετύχαμε αλλά και εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε, εφιαλτικά και συνάμα ως μαγευτικά απωθημένα.
Ο Salinger ήξερε ότι ο Χόλντεν δεν είναι ούτε το “Κοριτσάκι με τα σπίρτα” ούτε ο εν πολλοίς αδιάφορος Ντέηβιντ Κόπερφιλντ. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένα παραμύθι (;) χτισμένο με τις πέτρες μιας αλήθειας που ένας (μετα)έφηβος αποζητά να δοκιμάσει, όχι για να δικαιολογήσει τη στάση του, αλλά για να νιώσει ακόμα μία φορά, ότι ο κόσμος είναι η φθορά της εφηβείας, ό,τι υπάρχει όπως το ξέρουμε σήμερα, στο κάθε σήμερα, είναι απόρροια μιας απώλειας: της εφηβείας, που δεν ασχολείται με τα σπυράκια και τις όψιμες εισαγωγές στο πανεπιστήμιο (που είναι τόσο σημαντικά κι αυτά, τόσο ψυχοφθόρα και διαμορφωτικά), αλλά με το φόβο (και τη σιγουριά) ότι θα γίνει μέλος της ζωής που αντιτάσσεται με νύχια και με δόντια.
Κι αν αυτό φαίνεται ένας πρωθύστερος συμβιβασμός, δεν είναι καθόλου έτσι. Ο Χόλντεν γνωρίζει τι τον περιμένει, ξέρει καλά πού θα χαθεί και πού θα τρέξει, παράλληλα, να κρυφτεί. Ωστόσο, αν δούμε λίγο beyond the lines, ο συμβιβασμός με την ιδέα του ερχόμενου δίνει τη σπιρουνιά που χρειαζόμαστε όλοι για να αμυνθούμε αρχικά και να επιτεθούμε αργότερα: γνώρισμα του ανώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να πεθάνει ευγενικά για μια υπόθεση. Γνώρισμα του ώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να ζήσει ταπεινά γι’ αυτήν (σ. 226).
Στην έρημο ανθίζουνε λουλούδια, αλλά μόνο εκείνα που διαρκώς κοιτούν στην άμμο…
Ας ακολουθήσουμε το ρυθμό μιας απώλειας που γυρνά καλύτερα οπλισμένη.

 

πηγή

«Μετανάστης» ήταν και ο Στρατής Τσίρκας…


fe392f78a62c6fc460cf8c2a182b395f_XL

(1911-1980)

“Δε βρίσκει / κανείς αυτού παρά κραυγές και μοιρολόγια… / Χαθήκαν οι ομορφιές των Φαραώ κ΄ οι οβελίσκοι, / τα δειλινά οι χουρμαδιές κ΄ οι Πυραμίδες;” Ναι. Τραγουδώ την Αίγυπτο. Αυτήν, / που δε σας δείχνει ο Κουκ, αυτήν, / που σκουντουφλάτε χρόνια δίχως να τη δείτε. 

Και τραγουδώ την Αίγυπτο / γιατί με τρέφει και με σκέπει σα μητέρα / γιατί πονάει σα μητέρα / και γιατί ελπίζει σα μητέρα.

Η ποιητική νοσταλγία του έρωτα, το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής, οι ακραίες πολιτικές συγκρούσεις, η εκμετάλλευση των αυτόχθονων από τους Αγγλους αποικιοκράτες, το ζωντανό ελληνικό στοιχείο της παροικίας, ο θρήνος των ετοιμοθάνατων πολιτειών, οι λεπτομερείς περιγραφές προσώπων και χώρων δράσης μέσα από έντονες φωτοσκιάσεις και εντυπωσιακές αντιθέσεις -ορίζοντες κλειστοί, κουτσομπολιά, ίντριγκες, ταπεινώσεις, αλλά και κάποιες αλησμόνητες στιγμές υποβλητικού πάθους και αισθησιασμού. Ολα αυτά αποτυπωμένα με ζωηρά χρώματα και αδρές γραμμές από έναν εξαιρετικό τεχνίτη του λόγου που ήξερε να αποδίδει μοναδικά τις συνιστώσες μιας ολόκληρης εποχής, σκληρής και ανελέητης, όπου οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι στα γρανάζια της Ιστορίας, έρμαια όχι μόνον των παθών τους αλλά και των παιχνιδιών που παίζονταν ερήμην τους.

Ο Στρατής Τσίρκας -όπως ήταν το ψευδώνυμο του πεζογράφου, ποιητή, μεταφραστή και κριτικού Γιάννη Χατζηανδρέα- γεννήθηκε το 1911 στο Κάιρο αλλά καταγόταν από την Ιμβρο. Ο πατέρας του Κωστής είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει στρατιώτης σε τουρκική επικράτεια. Η μητέρα του Περσεφόνη, κόρη ενός κηπουρού, καταγόταν από τη Χίο. Η οικογένειά της, όμως, μετανάστευσε στη Χάιφα μετά τους σεισμούς του 1881, ενώ με τον πόλεμο του 1897 κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. «Ετσι γινήκαμε εμείς αιγυπτιώτικο γένος, αλεξανδρινοί. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα, τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες», θα πει ο συγγραφέας αργότερα.

Και πράγματι, αυτή η πρώιμη εξοικείωση με την κουλτούρα της μετανάστευσης και της αρμονικής συνύπαρξης με άλλες εθνότητες θα αποτελούσε το υπόστρωμα για τα φημισμένα κοσμοπολίτικα μυθοπλαστικά του έργα. Αλλωστε και η ίδια η οικογένειά του, με τα υπόλοιπα τρία αδέρφια του, έμενε σε μια λαϊκή συνοικία με ελληνοαραβικό πληθυσμό. Εκείνη η εποχή ήταν για το μικρό αγόρι γεμάτη ζηλευτή ξεγνοιασιά. Τα πράγματα, ωστόσο, θα άλλαζαν. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Κι ύστερα ήρθε η αρρώστια: Παθαίνει φυματίωση, η οποία τότε σήμαινε «θάνατος στο σπίτι». Κάπως έτσι αναγκάστηκε να κλειστεί σε σανατόριο στο Λίβανο, με τη μητέρα να μένει πίσω, μόνη της, στην προσπάθεια ανατροφής των παιδιών.

assets_LARGE_t_1463_4615239_type12128

Στο μεταξύ, ο νεαρός Τσίρκας επιδεικνύει μια απρόσμενη -για την ηλικία του- εξοικείωση με τα λογοτεχνικά είδη. Μάλιστα, στα εφηβικά του σημειωματάρια κατέγραφε σχολαστικά ό,τι διάβαζε και τον ενδιέφερε. Δανειζόταν βιβλία από φίλους και βιβλιοθήκες, έβλεπε όλες τις ταινίες και τα θεατρικά από την Αθήνα και τα σχολίαζε, προγραμμάτιζε έργα, συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέσα σε αυτήν τη δημιουργική έξαρση που θα γράψει το πρώτο του πεζογραφικό έργο. «Οταν ήμουν είκοσι χρονών, έγραψα ένα μυθιστόρημα, από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο. Ολο το άλλο το έκαψα, γιατί σε κάποια στιγμή αυτογνωσίας είδα ότι λέω ψέματα. Και αυτή η εμπειρία μού κόστισε τόσο, ώστε έκανα 25 χρόνια να γράψω άλλο μυθιστόρημα», αναφέρει σε συνέντευξή του, ενώ αλλού θα πει ότι «η πένα είναι βαριά σαν κουπί», μια αίσθηση που θα τον κυνηγά σε όλη του τη ζωή και η οποία εξηγεί -ώς έναν βαθμό- τη μικρή, σχετικά, συγγραφική του παραγωγή.

Οσο για την επαγγελματική του ενασχόληση, αυτή ήταν απολύτως συμβατική. Αφού πρώτα φοίτησε στην Αμπέτειο Σχολή, το 1928 έπιασε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. Ο μισθός του, όμως, δεν επαρκούσε, με αποτέλεσμα λίγο μετά να αναζητήσει την τύχη του σε μια βαμβακοβιομηχανία στην Ανω Αίγυπτο, στην οποία θα παραμείνει για δέκα χρόνια. Κατά κάποιον τρόπο, σε αυτήν την εντεινόμενη επαφή του με τους ντόπιους και τα προβλήματά τους -μακριά από τους κύκλους των διανοούμενων της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, που συναναστρεφόταν- οφείλεται η διαμόρφωση της πολιτικής του ιδεολογίας.

assets_LARGE_t_1463_4615240_type12128

Γύρω στο 1930 αρχίζει τις οργανωτικές του επαφές με το ελληνικό τμήμα του Κομουνιστικού Κόμματος της Αιγύπτου, αναπτύσσοντας εκτενή δράση, ενώ θα γίνει και γενικός γραμματέας της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας με αρμοδιότητες για όλη την περιοχή της νοτιανατολικής Μεσογείου. Ο Τσίρκας μπορεί μεν να είχε την κοσμοπολίτικη άνεση της ελληνικής παροικίας, με τα γαλλικά, τα αγγλικά και τις επαφές με την καθεστηκυία τάξη, έβλεπε όμως ότι τα προβλήματα ήταν κοινά για όλους. Μόνον που οι φελάχοι ήταν πιο εξαθλιωμένοι, ανυπεράσπιστοι. Αισθανόταν έτσι την ανάγκη να τους συμπαρασταθεί. Σε αυτήν τη βαθιά και εκ των έσω κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της Μέσης Ανατολής οφείλει την ύστερη, πειστικότατη ανασύνθεση της εποχής του, μακριά από τη συνήθη ευκολία του εξωτισμού. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, από το 1927 ώς το 1963, γράφει ασταμάτητα: Ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, αρθρογραφία και κείμενα διάσπαρτα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη και εγκαθίστανται στην Αλεξάνδρεια. Εχει εγκαταλείψει τη δουλειά στην Ανω Αίγυπτο και διευθύνει το βυρσοδεψείο του Χαλκούση. Ο πόλεμος που μαίνεται ωστόσο θα διευρύνει την πολιτική δράση του συγγραφέα, ο οποίος ζει από κοντά τα γεγονότα, συμμετέχει ενεργά και συντάσσει παράνομα έντυπα. Οταν τον Ιούνιο του ‘42 ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια, καταφεύγει μαζί με άλλους αριστερούς στην Παλαιστίνη, για να επιστρέψει πια τον Νοέμβριο, μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Αλαμέιν. Από αυτήν την παραμονή στην Ιερουσαλήμ θα αποκομίσει τα πρώτα καθοριστικά ερεθίσματα για τη συγγραφή του σημαντικότερου έργου του.

Εκδίδει ποιήματα, σημαντικά διηγήματα, τη νουβέλα «Νουρεντίν Μπόμπα» (1957) και τη διαχρονική μελέτη του «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958). Με την πάροδο του χρόνου αποφασίζει να γράψει την ανυπέρβλητη, όπως αποδείχτηκε, τριλογία του, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες»: «Η Λέσχη», «Αριάγνη» και «Η νυχτερίδα». Εντάσσει τα πάντα: Την πολιτική και ηθική αντίσταση στον ναζισμό, τις εσωκομματικές διχογνωμίες και ρήξεις της αριστεράς, τις περιπέτειες των ιδεών και της τέχνης κατά τη διάρκεια μιας πραγματικά ζοφερής εποχής, τη δύναμη των λαϊκών ανθρώπων, τις μοιραίες γυναίκες, τις ταπεινές φιλοδοξίες και τα υψηλά οράματα, την ποικιλομορφία των πολιτισμών και τη συνύπαρξη των πιο διαφορετικών εθνοτήτων. Επίκεντρο του έργου αυτού, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ελληνική πεζογραφία, είναι τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και οι παρεπόμενες συγκρούσεις σε τρεις «ακυβέρνητες πολιτείες»: Την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο τα ελληνικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκαν ενάντια στην προσπάθεια ολικής υποταγής τους στην αγγλική διοίκηση. Είναι, ίσως, το πιο σημαντικό ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων πενήντα χρόνων, με το οποίο ο συγγραφέας κατόρθωσε -με μια «εικαστική» ανασύνθεση των χώρων δράσης- να δώσει όχι μόνον το πανόραμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των απαρχών του ελληνικού Εμφυλίου στη Μέση Ανατολή αλλά και τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, όπως εκφράζονται στον έρωτα, στον αγώνα για επιβίωση, στις κάθε λογής συγκρούσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις για την κατάκτηση της εξουσίας. Δημιουργώντας ένα περίτεχνο μείγμα ρεαλισμού και λυρικής πνοής, κατάφερε να συγκεράσει τον αισθησιασμό, την ερωτική παραζάλη, την περιπέτεια, τις ψυχικές αντιστάσεις και τον φόβο του θανάτου, αναδεικνύοντας μια ασυνήθιστη ικανότητα να κινείται σε ανοικτούς ή κλειστούς χώρους υποβάλλοντας την αίσθηση του τοπίου μέσα από τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων, η οποία, με τη σειρά της, διαμορφώνεται από τις εξελίξεις των ιστορικών γεγονότων. Και όμως, η αναγνώριση που του αναλογούσε θα ερχόταν πολύ αργότερα, ενώ το 1961, που δημοσιεύεται η «Λέσχη», διαγράφεται από την οργάνωση του ΚΚΕ της Αλεξάνδρειας ύστερα από την άρνησή του να αποκηρύξει το μυθιστόρημά του. Αυτήν την εξορία από το ίδιο του το κόμμα δεν θα την ξεπερνούσε ποτέ και το 1963 εγκαθίσταται -με τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του- μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του, το 1980.

Προηγουμένως, για ακόμη μία φορά θα αγωνιζόταν, ενάντια αυτήν τη φορά, στη δικτατορία των συνταγματαρχών, αφού το 1969 εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στο Εθνικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο. Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας πρωτοστατεί στην έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» (1970), που εκφράζουν την αντίθεση του πνευματικού κόσμου στο καθεστώς. Στο διάστημα αυτό αρχίζει να γράφει τη «Χαμένη Ανοιξη», το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας, η οποία ξεκινώντας από το Ιουλιανό πραξικόπημα θα προχωρούσε στα χρόνια της τελευταίας δικτατορίας. Εδώ παρακολουθούμε τη μεθόδευση της αποστασίας από τις μυστικές υπηρεσίες και τον άνισο αγώνα για τη δημοκρατία, που θα κορυφωθεί με την πάνδημη κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα στο πρότυπο των «Ακυβέρνητων Πολιτειών», όπου οι ζωές των ηρώων επηρεάζονται καταλυτικά από την ανεξέλεγκτη ροή της Ιστορίας. Ομως, η «Χαμένη Ανοιξη» έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του σπουδαίου συγγραφέα, που, όπως υποδεικνύουν τα εξομολογητικά «Ημερολόγια της Τριλογίας» (1973), ήταν μέχρι τέλους διχασμένος ανάμεσα στο απόλυτο καθήκον της ιδεολογικής στράτευσης και στη γνήσια αγωνία να μην προδώσει, στο ελάχιστο, το νόημα της τέχνης του…

Ενα περίεργο γαμήλιο ταξίδι
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη, κόρη εκλεκτού γιατρού της παροικίας. Ομως, ακόμη και αυτό το γαμήλιο ταξίδι θα είναι μια πολιτική εμπειρία. Το νεαρό ζευγάρι περνά από τη μεταξική Ελλάδα, την Ιταλία του Μουσολίνι, την αιματοβαμμένη από τον δικτάτορα Ντόλφους Βιέννη, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου. Την ομορφιά των τόπων επισκιάζει το φάσμα του πολέμου, ενώ μαίνεται ο ισπανικός Εμφύλιος, που θα στοιχειώσει τον συγγραφέα. Το ταξίδι του μέλιτος έχει, λοιπόν, γεύση πικρή. Στο Παρίσι λαμβάνει μέρος στο Β’ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Εναντίον του Φασισμού. Εκεί συντάσσει και τον «Ορκο» στον δολοφονημένο Γκαρθία Λόρκα, που απαγγέλλεται από τον Αραγκόν και υπογράφεται από σαράντα ποιητές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ

Ξεφεύγοντας από τους χιτλερικούς
«Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Ελλην».

Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ενωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών.

Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια.

Κάναμε επαφή με αριστερούς εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο».

Στρατής Τσίρκας

πηγή Έθνος /Στρατής Τσίρκας-Ιδεολόγος με αιτία

Περί e-ρωτος και άλλων δαιμονίων.


PicMonkey Collage

Αν ανήκεις (ακόμα) στο 5% των ανθρώπων που ερωτεύονται φυσιολογικά, δηλαδή μετά από μία γνωριμία μέσω τρίτων, σ’ ένα μπαρ ή ακόμα και τυχαία ενώ ανηφορίζεις την Θεμιστοκλέους και διασταυρώνεται καρμικά το βλέμμα σας, το παρακάτω κείμενο δε σε αφορά και σ’ ευχαριστώ που έφτασες ως εδώ. Το υπόλοιπο 95 τοις εκατό ας προσδεθεί. Ακολουθεί το καταστατικό των e-ρωτικών σχέσεων.

Είτε είσαι σε σχέση είτε όχι, πολλές φορές όσο είσαι σε σχέση προκύπτει περισσότερο συχνά, ειδικά αν έχει προκύψει ρουτίνα, γκρίνια κι όλα τα παρελκόμενα του συνδυασμού οικονομικής κρίσης και πολλών χρόνων συμβίωσης, σίγουρα έχεις ενδώσει ήδη άπαξ ή μορ δαν ουάνς στο διαδικτυακό φλερτ.

Όπως κάθε σχέση -έτσι κ αυτή που προκύπτει μέσα στον μαγικό κόσμο του ίντερνετ έχει την καμπύλη της, απλά στις συγκεκριμένες καταστάσεις το ζενίθ εναλλάσσεται πιο συχνά με το ναδίρ απ’ ότι στις φυσιολογικές καταστάσεις που το περισσότερο τοξικό ιντεράξιον προκύπτει απλά μέσα από -μεθυσμένα ή όχι- μεταμεσονύκτια sms.

Αξίωμα πρώτο. Στις περισσότερες σχέσεις είναι θέμα χρόνου η σχέση να χάσει την ισορροπία της. Στις σχέσεις που αυτή δε χάνεται, έχουμε και εξέλιξη. (Κι αργότερα e-ξέλιξη, καθώς τα social media μας κατακλύζουν, οπότε ακόμα και μετά το στέριωμα, ο πειρασμός θα προκύψει πλέον στατιστικά αποδεδειγμένα). Περίπτωση blogs.

Τείνει να αποτελέσει αρχαία ιστορία στο διαδικτυακό φλερτ και να φακελωθεί μαζί με τις γνωριμίες σε portal ή σε τσατ που πριν συνδεθείς άκουγες χιόνια, γραμμές να συνδέονται σε μακρυνό γαλαξία κι αν τυχόν χτυπούσε το σταθερό σου ταυτόχρονα, έπρεπε να επαναλαβεις τα πάντα από την αρχή μόνο και μόνο για να μπορέσεις κάπου να μπεις να γράψεις a/s/l? Μακάριοι όσοι παραμένουν αθώοι και δεν πρόλαβαν τέτοια χαϊρια. Στα μπλογκζ η φάση ήτο διαφορετική. Δεν ήταν αυτονόητο ότι θα προκύψει γνωριμία, αν και οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν με ταμπέλα ‘ψάχνομαι’. Κάτι τα λυπητερά, εμμηνοπαυτικά σεντόνια των απροσδιόριστης ηλικίας μοναχικών μυστηριωδών γυναικών, κάτι τα κοκτέηλ κυνισμού και μασκαρεμένου ρομαντισμού με σιρόπι χιούμορ και πολιτική τοποθέτηση, τελικά νοθευμένα με ποζεριά, ήταν θεμα χρόνου να γίνει κονέ μεταξύ κάποιου και κάποιας, κάτι το οποίο διαφαινόταν στους τρίτους και δη επαϊοντες και λόγω αύξησης σχολίων ανταλλαγμένων σαν κοινωνικές επισκέψεις ο ένας στο ιστολόγιο του άλλου, κάτι σαν ψυχαναγκαστικό χάιδεμα αυτιών αλλά και στρατηγική τύπου ‘κατουράω την περιοχή μου’.

Δειλά δειλά έπεφταν τα πρώτα σχόλια, μετά έμπαινε το λινκ του άλλου στο blogroll μας, ήταν θέμα χρόνου η ανταλλαγή mail και η επίσημη γνωριμία είτε σε κάποιο μπλογκοπάρτι είτε τετ α τετ. Όπως σε όλες τις σχέσεις, σε αυτές, είχαμε πάλι τις διαβαθμίσεις. Κάποιοι ήταν single, ζούσαν κάτι μαγευτικό για πρώτη φορά: να ερωτευτείς τη γραμματοσειρά του άλλου, να εξερευνήσεις την ψυχή #kai_kala, χωρίς να επηρεάζεσαι από τα περιφερειακά τύπου, τι ύψος να’χει, πώς μυρίζει, πόσα βγάζει, πόσο την έχει κτλ. Τα περισσότερα θύματα που καταγράφησαν ποτέ ήταν εγκεφαλικές γκόμενες που την πάτησαν για ένα avatar καθώς και πρωτάρηδες άνδρες κουρασμένοι από το μάταιο πέσιμο που επιτέλους γινόσαντο μάγκες με τα αυξημένα διθυραμβικά σχόλια ή τα πεσιματικά inbox, άσχετα που στην πραγματική ζωή μπορεί να είχαν κοινωνικότητα αμοιβάδας.

Αν ήσουν γυναίκα κι έγραφες για μοναξιά, είχες κοτσάρει και καμία αφήγηση που να φωτογραφιζόταν αμυδρά το πόσο σέξι είσαι αλλά και κουρασμένη από τη ματαιότητα του socializing (Ελλάδα 2007, η μόνη κρίση που είχαμε τότε ήταν νευρική) ήσουν το απόλυτο καμάκι της μπλογκόσφαιρας. Αν ήσουν άνδρας και το’ παιζες λίγο ιστορία, άφηνες να εννοηθεί ότι έχεις μοτοσακό, ακούς ροκ, έχεις πληγωθεί παλιά, αν βασικά δε μιλούσες και τόσο για τα προσωπικά σου για να σε κάνει πιο απροσπέλαστο και καλύτερο στόχο για τις ανταγωνιστικές, τότε ήσουν ο νο1 στόχος για τις @πανταχού γκαυλομπλογκίτσες, παντρεμένες ή όχι, ωραίες ή όχι, διαθέσιμες ή μη.

Αξίωμα δεύτερο. Πολλές φορές στις σχέσεις, υπάρχει ένας υποδόριος ανταγωνισμός και η όλη επαφή στηρίζεται στην ανάγκη επιβεβαίωση του καθενός.Όλα αυτά πολλαπλασιάζονται όταν έχουμε να κάνουμε με περσόνες του διαδικτύου. Ειδικά στην εποχή που αντί για να ψάξεις να βρεις μία πρώτη ή δεύτερη δουλειά, χασομεράς στο facebook συλλέγοντας likes, λες και αυτά θα εξασφαλίσουν αναμμένο καλοριφέρ ή γεμάτο ψυγείο.

Περίπτωση facebook λοιπόν  

Από την εποχή που αμήχανα στάτους τύπου ‘is trying to leave early from work’ κατέκλυζαν το κάπως μοναχικό timeline, απευθυνόμενα σε λίγους που μόλις είχαν μυηθεί στον νέο αυτό τόπο δικτύωσης και όφειλαν να έχουν τουλάχιστον το Lower, φτάσαμε στην εποχή του check in. Γιατί άλλωστε, στην Ψαροκώσταινα, δεν αξίζει απλά να πας στη Μύκονο έχοντας δανειστεί ανεπιστρεπτί τη σύνταξη της μάνας σου, πρέπει να ταγκαριστείς και στο πιο διάσημο κλαμπ της, αν είσαι γυναίκα κάνοντας duck face, αν είσαι άνδρας σε πόζα καλαματιανό με τους τρεις κολλητούς σου πίνοντας κάτι που τεκιλοφέρνει.

Αλίμονο, το facebook, ωστόσο, είναι ένας καθρέφτης της πραγματικής κοινωνίας, οπότε δε θα μπορούσε να λείπει ένα κράμα όλων των πραγματικών »φυλών» που υπάρχει κι εκεί έξω. Οπότε έχουμε την περίπτωση του απολιτίκ που ποστάρει Κιάμο, καμία φωτογραφία από κλαμπ ή παραλία, αν είσαι άνδρας ενώ παίζεις ρακέτα, αν είσαι γυναίκα πλάνο ζουμ στο πεντικιούρ των ποδιών σου με φόντο το κύμα. (Στο μοτίβο αυτών των φωτογραφιών καταλήγουν αργά ή γρήγορα όλες οι κοινωνικές ομάδες που αναφέρονται).

Υπάρχει η κατηγορία trolloreuters. Άνεργοι, εργαζόμενοι, στελέχη, φοιτητές, συνταξιούχοι, έφηβοι, άνθρωποι που είτε κατ’ επιλογήν ή αναγκαστικά περνάνε πολλές ώρες μπροστά σ’ έναν υπολογιστή, άλλοι λόγω αφραγκίας, άλλοι λόγω υφέρπουσας κατάθλιψης, άλλοι λόγω μοναχικότητας, σχολιάζουν την επικαιρότητα λες και πληρώνονται από κάπου για να μεταδίδουν τις ειδήσεις με αστείο ή μη τρόπο, σίγουρα με παράθεση προσωπικής γνώμης. Μία ανάγκη επικοινωνίας αλλά και επίδειξης χιούμορ ή γνώσης. Φυσικά υπάρχει και η κατηγορία των »καλλιτεχνών». Ρομαντικές ψυχές που ανεβάζουν μελιστάλακτα τραγουδια και φωτογραφίες που απαθανατίζουν τη φύση, ή τους ίδιους στη φύση, γνωστές κλισεδιές με ρήσεις διασήμων, ένας Πάμπλο Κοέλιο σε κάθε τους ανάρτηση να περιμένει να δοξαστεί από δεκαπέντε πρόχειρα like και μία καρδούλα μικρότερη του 3 <3.

Το φλερτ ξεκινάει είτε διακριτικά είτε απροκάλυπτα και εκδηλώνεται πάντα με το πλήκτρο Μου αρέσει. Ανεξάρτητα από το αν μπάνισες τον άλλο λόγω ελκυστικού προφίλ ή σε μάγεψε κάποιο ενδιαφέρον σχόλιο, ή θα βομβαρδίσεις με το που αποδεχτεί το αίτημα φιλίας σου και τις 75 φωτογραφίες προφίλ με like ή θα είσαι από τους οργανωμένους που, έχουν μάθει πια καλα το παιχνίδι και σου δείχνουν το ενδιαφέρον κάνοντας like σε κάποιο σχόλιό σου διφορούμενο, για να σου δείξουν ναι, έσκαψα τόσο πολύ στον τοίχο σου για να το διαβάσω αυτό και τώρα περιμένω τη δική σου «υπόγεια» κίνηση.

Στις »υγιείς» περιπτώσεις διαδικτυακού ζευγαρώματος, ο έτσι γνωρίζεται με την έτσι, αρχικά με ανταλλαγές σχολίων και likes, στη συνέχεια με φοβερές εξομολογήσεις στο chat. Η επικοινωνία είναι σαν ναρκωτικό, e-θίζεσαι στην καθημερινή αυτή τριβή και το πρώτο πράγμα που κάνεις πια μπαίνοντας σπιτι, πριν καλά καλά κατουρήσεις, είναι να ανοίξεις τον υπολογιστή για να δεις μήπως και σου έγραψε. Δεν αρκεί η πρώτη γνωριμία, η οποία προκύπτει όπως και στην περίπτωση των blogs. Σε κάποιο καφέ , ρεμπετάδικο ή σε κάποια πορεία με άλλους σαράνταδώδεκα για το ξεχού, ή μόνοι μετά το ‘άντε επιτέλους να πάμε για έναν καφέ να γνωριστούμε κι από κοντά’, κι αυτό να γράφεται πολλές φορές επιτέλους ακόμα και μετά από βδομάδες μετάβασης σε μία νέα πίστα: ανταλλαγής mail, κινητού ή msn.

Αν όλα πάνε καλά, σε λίγο καιρό εμφανίζεται στην αρχική σελίδα των υπολοίπων το ‘ ο τάδε είναι σε σχέση με την τάδε’ και αρχίζουν οι ευχές και οι καρδούλες μικρότερες του τρία.

Αν όχι, μετά από λίγο καιρό ‘ ο τάδε δεν είναι σε σχέση πια με την τάδε’ και πρέπει να εξηγείς και στους 260 φίλους που το πρόσεξαν την ώρα που γαμωεμφανίστηκε στον τοίχο σου ότι ‘απλά δεν ταιριάζαμε’. Αλλά είπαμε , αυτό στις υγιείς περιπτώσεις, που τα πράγματα δείχνουν να σοβαρευουν όταν ένας εκ των δύο γίνει καληνυχτάκιας και δείχνει να σοβαρεύουν με την κακή έννοια όταν αρχίζουν τα ‘ποιοείναιαυτότοτσουλάκιπουσουέκανεlike?’

Στις άρρωστες περιπτώσεις, ο ένας από τους δύο, (ή και οι δύο) είναι δεσμευμένος/αρραβωνιασμένος/λογοδοσμένος/παντρεμένος και μάλιστα με παιδιά.

Εκεί αρχίζει το ξεμπούρδουλο. Απειλές, διαγραφές, μπλοκ. Μετά πάλι φίλοι. Μετά πάλι απειλές, διαγραφές, μπλοκ.Μετά πάλι φίλοι. Τότε οι μιούτουαλ αρχίζουν και χαμπαριάζουν. Τότε αρχίζουν και τα κουτσομπολιά. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί με τέτοιους ρυθμούς είτε με τον ίδιο παρτενέρ είτε με νέα γνωριμία που στο τέλος χάνονται και οι αναστολές και η μαγεία της πρώτης φοράς και ο προφανής ρομαντισμός. Όλα γίνονται για να γίνουν. Γκομενίζω επειδή μπορώ.

Περίπτωση twitter

Η ίδια ανθρωπογεωγραφία αλλά ευτυχώς με πολύ περισσότερες παρουσίες ευφυών ακομπλεξάριστων ανθρώπων. Για να τους γοητεύσεις πρέπει να επιτύχεις δύο πράγματα 1. Να καταφέρεις να μπεις στην κλίκα του βαθέως τουίτερ 2.Να είσαι πραγματικά καλός ώστε να σε προσέξουν.

Και τώρα πείτε μου. Μετά από όλα αυτά. Θα σας χάλαγε το προϊστορικό «Καλησπέρα, έρχεσαι συχνά εδώ;» ή ακόμα καλύτερα «σε ξέρω από κάπου;» Χίλιες φορές 1990. Κι ας είναι τα σφηνάκια μπόμπες.

της Σαμάνθας Τρολλοτζόουνς

 

Small Feet Into Big Shoes


Small_Feet_Into_Big_Shoes_by_Klakikocia

 

Το φορτίο μέσα μας μια μέρα, θα σας πιάσει από το σβέρκο και θα σας στρίψει το λαιμό που βάζετε υπογραφές κάτω από την κραυγή μας…Σήμερα είδα ένα ζευγάρι παπούτσια ρε θεατρίνοι …Δύο νούμερα μεγαλύτερα ρε ψεύτες …Φορεμένα ρε εγκληματίες σε πόδια παιδικά…

πηγή  xnoudi.blogspot.gr/

Δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας…ξεχάστε με στη θάλασσα.


400976_333028923386472_1603298238_n
Θόδωρος Αγγελόπουλος  (1935-2012)
‘Ξεχάστε με στη θάλασσα’

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει ‘δικό μου είναι’
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.
—-
(ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982 λίγο πριν από την έναρξη συγγραφής του σεναρίου της ταινία ‘Ταξίδι στα Κύθηρα’)

 

Μη μιλάς, αν δεν έχεις κάτι να πεις


no_more_silence_by_lusnikaΚάθε  πρωί που διασχίζω το Κέντρο με τα πόδια για να πάω δουλειά, σκέφτομαι, μέσα στις σκοτούρες, αν έχω κάτι να γράψω που να μην είναι περιττό. Διότι τα περισσότερα εντιτόριαλ από αυτά που γράφω ή διαβάζω στις εφημερίδες μου φαίνονται λόγια βερεσέ.

1. Λένε τα ίδια και τα ίδια, με όλους τους δυνατούς κάθετους και οριζόντιους συνδυασμούς των «θέσεών» τους. Που είναι σχεδόν πάντα απλοϊκές και λίγο-πολύ δημαγωγικές.

2. Εκφράζουν συναισθήματα και όχι πραγματικές απόψεις – συναισθήματα αχρείαστα τέτοια ώρα: από πανικό μέχρι παπαδιαμάντεια εγκαρτέρηση, από θυμό μέχρι αυτομαστίγωση και τύψεις κ.λπ. Γκώσαμε.

3. Σπανίως διαφωτίζουν και αναλύουν την κατάσταση. Προφανώς, οι γράφοντες δεν έχουν επιστημονική αντίληψη, ούτε ιδιαίτερη πείρα σε ανάλογες καταστάσεις. Είτε απλώς δεν είναι οξυδερκείς.

4. Είναι υποκριτικά (και διδακτικά). Υπάρχει τεράστια απόσταση, συνήθως, ανάμεσα σε αυτά που κάποιος γράφει και αυτά που ζει. Αυτά που θέλει κι αυτά που λέει πως θέλει. Θεωρώ εμετικό να γράφεις για τα βάρη της φτωχολογιάς από την ξαπλώστρα σου στο Μπαλί.   Τέτοια σκέφτομαι καθώς προβάλλω τα υποψήφια θέματά μου πάνω στις (σκυθρωπές) εικόνες του δρόμου. Και πάντα αποφασίζω ότι αυτά που πάω να γράψω είναι «πολυτελή» και άχρηστα και βαρετά.   Θα ήθελα πραγματικά να ήξερα να γράψω κάτι που να σηκώσει απ’ την καρέκλα τους όσους πίνουν καφέ άεργοι, να βγάλει από τα μαγαζιά τους όσους βαράνε μύγες περίλυποι – κάτι πέρα από μεμψιμοιρίες, κατάρες, πεζοτράγουδα, σπουδαιοφάνειες, κηρύγματα, δημαγωγίες, φληναφήματα, ψευδορκίες, αναμασήματα, στρεψοδικίες, φήμες, συκοφαντίες, απειλές, στομφώδη τίποτα. Να γράψω κάτι που να τους διαφωτίσει και να τους βοηθήσει, να τους εξηγήσει πού πάει το πράγμα και γιατί. Επί της ουσίας.   Αλλά δεν έχω. Δεν ξέρω.   Οι εποχές της κρίσης, ανέκαθεν, γεννούν όγκους νοσηρότητας. Και πλήθος από κήρυκες. Αγκιτάτορες. Προφήτες. Κομπογιαννίτες. Και λοιπά.   Στο ίδιο κλίμα, νόσου, γεννιούνται και οι αποκαλυπτικές φωνές – η μεγάλη ποίηση: ο Σολωμός με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, ο Ούγκο Φόσκολο, πρωτύτερα, με την Υπερκάλυψή του.   Εδώ, σήμερα, υπάρχουν κυρίως φλύαροι νάνοι, όχι ποιητές.   Οπότε; Τι απομένει στους απλούς ανθρώπους;   Κάτι καλύτερο από τα λόγια. Οι πράξεις. Η πρακτική βοήθεια προς όσους είναι σε χειρότερη φάση από σένα. Ο εθελοντισμός. Τα έργα. Η προσφορά.   Όχι άλλο κάρβουνο.

Όγκοι φλυαρίας και πράξεις μικρές 

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

Δεν υπάρχει τέλος. Δεν υπάρχει αρχή. Υπάρχει μόνο ένα ατέλειωτο πάθος για ζωή. Φ.Φ


«Tι είναι μια ταινία αρχικά; Μια υποψία, μια υπόθεση αφήγησης, σκιές ιδεών, ακαθόριστα συναισθήματα. Και όμως, σ’ εκείνο το πρώτο ανεπαίσθητο άγγιγμα, η ταινία μοιάζει ήδη να είναι ο εαυτός της, ολοκληρωμένη ζωτική, πάναγνη. O πειρασμός να την αφήσεις έτσι, σ’ αυτήν την άσπιλη διάσταση είναι πολύ μεγάλος. Όλα θα ήταν πιο απλά, και ποιος ξέρει, ίσως και πιο σωστά. Όμως όχι, η φιλοδοξία, η ανία, η κλίση, οι συμφωνίες, οι ρήτρες των συμβολαίων, σε υποχρεώνουν να τη γυρίσεις. Και να λοιπόν, η τελετουργία αρχίζει..»

fellini-shots

 (1920-1993)
Δεν θέλω να ξέρω τι είναι αυτό που με ξυπνά. Νοιώθω ευτυχισμένος ν΄ανοίγω τα μάτια μου μέσα στο σκοτάδι του δωματίου μου και να αισθάνομαι την ίδια παιδική και αδήμονη χαρά, με εκείνη που αισθανόμουν όταν ήμουν πιο νέος και περίμενα να σηκωθεί η αυλαία του θεάτρου ή να σβήσουν τα φώτα της αίθουσας και ν΄αρχίσει το αγαπημένο μου θέαμα.
Θέλω να ξυπνώ στο μέσο της νύχτας, Το εύχομαι πάντα προτού κοιμηθώ.
Δεν ξέρω γιατί μ΄ευχαριστεί. Πριν μερικά χρόνια θα σας έλεγα ίσως ότι αυτό μου άρεσε γιατί υπήρχε πάντα ένας θαυμάσιος κινηματογράφος. Πήγαινα στο κρεβάτι ευτυχισμένος γιατί είχα δει θαυμαστά πράγματα, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου μου.
Όντως προτού αποκοιμηθώ επισκεπτόμουν τον «τοπικό» κινηματογράφο μου.Φεντερίκο Φελίνι
***
PicMonkey Collage
***

Η αιωνιότητα είναι η θάλασσα που πηγαίνει μαζί με τον ήλιο, έτσι απλά την προσδιορίζουν οι τελευταίες φράσεις του σεναρίου στον τρελό Πιερρό του Γκοντάρ.
Με την ίδια απλότητα που οι ταινίες του Φελίνι προσφέρουν ακόμα συγκίνηση και διάθεση να αναζητήσουμε μέσα μας τη διαχρονική συνύπαρξη του ανάλαφρου με το τραγικό.