«Μετανάστης» ήταν και ο Στρατής Τσίρκας…


fe392f78a62c6fc460cf8c2a182b395f_XL

(1911-1980)

“Δε βρίσκει / κανείς αυτού παρά κραυγές και μοιρολόγια… / Χαθήκαν οι ομορφιές των Φαραώ κ΄ οι οβελίσκοι, / τα δειλινά οι χουρμαδιές κ΄ οι Πυραμίδες;” Ναι. Τραγουδώ την Αίγυπτο. Αυτήν, / που δε σας δείχνει ο Κουκ, αυτήν, / που σκουντουφλάτε χρόνια δίχως να τη δείτε. 

Και τραγουδώ την Αίγυπτο / γιατί με τρέφει και με σκέπει σα μητέρα / γιατί πονάει σα μητέρα / και γιατί ελπίζει σα μητέρα.

Η ποιητική νοσταλγία του έρωτα, το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής, οι ακραίες πολιτικές συγκρούσεις, η εκμετάλλευση των αυτόχθονων από τους Αγγλους αποικιοκράτες, το ζωντανό ελληνικό στοιχείο της παροικίας, ο θρήνος των ετοιμοθάνατων πολιτειών, οι λεπτομερείς περιγραφές προσώπων και χώρων δράσης μέσα από έντονες φωτοσκιάσεις και εντυπωσιακές αντιθέσεις -ορίζοντες κλειστοί, κουτσομπολιά, ίντριγκες, ταπεινώσεις, αλλά και κάποιες αλησμόνητες στιγμές υποβλητικού πάθους και αισθησιασμού. Ολα αυτά αποτυπωμένα με ζωηρά χρώματα και αδρές γραμμές από έναν εξαιρετικό τεχνίτη του λόγου που ήξερε να αποδίδει μοναδικά τις συνιστώσες μιας ολόκληρης εποχής, σκληρής και ανελέητης, όπου οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι στα γρανάζια της Ιστορίας, έρμαια όχι μόνον των παθών τους αλλά και των παιχνιδιών που παίζονταν ερήμην τους.

Ο Στρατής Τσίρκας -όπως ήταν το ψευδώνυμο του πεζογράφου, ποιητή, μεταφραστή και κριτικού Γιάννη Χατζηανδρέα- γεννήθηκε το 1911 στο Κάιρο αλλά καταγόταν από την Ιμβρο. Ο πατέρας του Κωστής είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει στρατιώτης σε τουρκική επικράτεια. Η μητέρα του Περσεφόνη, κόρη ενός κηπουρού, καταγόταν από τη Χίο. Η οικογένειά της, όμως, μετανάστευσε στη Χάιφα μετά τους σεισμούς του 1881, ενώ με τον πόλεμο του 1897 κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. «Ετσι γινήκαμε εμείς αιγυπτιώτικο γένος, αλεξανδρινοί. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα, τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες», θα πει ο συγγραφέας αργότερα.

Και πράγματι, αυτή η πρώιμη εξοικείωση με την κουλτούρα της μετανάστευσης και της αρμονικής συνύπαρξης με άλλες εθνότητες θα αποτελούσε το υπόστρωμα για τα φημισμένα κοσμοπολίτικα μυθοπλαστικά του έργα. Αλλωστε και η ίδια η οικογένειά του, με τα υπόλοιπα τρία αδέρφια του, έμενε σε μια λαϊκή συνοικία με ελληνοαραβικό πληθυσμό. Εκείνη η εποχή ήταν για το μικρό αγόρι γεμάτη ζηλευτή ξεγνοιασιά. Τα πράγματα, ωστόσο, θα άλλαζαν. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Κι ύστερα ήρθε η αρρώστια: Παθαίνει φυματίωση, η οποία τότε σήμαινε «θάνατος στο σπίτι». Κάπως έτσι αναγκάστηκε να κλειστεί σε σανατόριο στο Λίβανο, με τη μητέρα να μένει πίσω, μόνη της, στην προσπάθεια ανατροφής των παιδιών.

assets_LARGE_t_1463_4615239_type12128

Στο μεταξύ, ο νεαρός Τσίρκας επιδεικνύει μια απρόσμενη -για την ηλικία του- εξοικείωση με τα λογοτεχνικά είδη. Μάλιστα, στα εφηβικά του σημειωματάρια κατέγραφε σχολαστικά ό,τι διάβαζε και τον ενδιέφερε. Δανειζόταν βιβλία από φίλους και βιβλιοθήκες, έβλεπε όλες τις ταινίες και τα θεατρικά από την Αθήνα και τα σχολίαζε, προγραμμάτιζε έργα, συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέσα σε αυτήν τη δημιουργική έξαρση που θα γράψει το πρώτο του πεζογραφικό έργο. «Οταν ήμουν είκοσι χρονών, έγραψα ένα μυθιστόρημα, από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο. Ολο το άλλο το έκαψα, γιατί σε κάποια στιγμή αυτογνωσίας είδα ότι λέω ψέματα. Και αυτή η εμπειρία μού κόστισε τόσο, ώστε έκανα 25 χρόνια να γράψω άλλο μυθιστόρημα», αναφέρει σε συνέντευξή του, ενώ αλλού θα πει ότι «η πένα είναι βαριά σαν κουπί», μια αίσθηση που θα τον κυνηγά σε όλη του τη ζωή και η οποία εξηγεί -ώς έναν βαθμό- τη μικρή, σχετικά, συγγραφική του παραγωγή.

Οσο για την επαγγελματική του ενασχόληση, αυτή ήταν απολύτως συμβατική. Αφού πρώτα φοίτησε στην Αμπέτειο Σχολή, το 1928 έπιασε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. Ο μισθός του, όμως, δεν επαρκούσε, με αποτέλεσμα λίγο μετά να αναζητήσει την τύχη του σε μια βαμβακοβιομηχανία στην Ανω Αίγυπτο, στην οποία θα παραμείνει για δέκα χρόνια. Κατά κάποιον τρόπο, σε αυτήν την εντεινόμενη επαφή του με τους ντόπιους και τα προβλήματά τους -μακριά από τους κύκλους των διανοούμενων της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, που συναναστρεφόταν- οφείλεται η διαμόρφωση της πολιτικής του ιδεολογίας.

assets_LARGE_t_1463_4615240_type12128

Γύρω στο 1930 αρχίζει τις οργανωτικές του επαφές με το ελληνικό τμήμα του Κομουνιστικού Κόμματος της Αιγύπτου, αναπτύσσοντας εκτενή δράση, ενώ θα γίνει και γενικός γραμματέας της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας με αρμοδιότητες για όλη την περιοχή της νοτιανατολικής Μεσογείου. Ο Τσίρκας μπορεί μεν να είχε την κοσμοπολίτικη άνεση της ελληνικής παροικίας, με τα γαλλικά, τα αγγλικά και τις επαφές με την καθεστηκυία τάξη, έβλεπε όμως ότι τα προβλήματα ήταν κοινά για όλους. Μόνον που οι φελάχοι ήταν πιο εξαθλιωμένοι, ανυπεράσπιστοι. Αισθανόταν έτσι την ανάγκη να τους συμπαρασταθεί. Σε αυτήν τη βαθιά και εκ των έσω κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της Μέσης Ανατολής οφείλει την ύστερη, πειστικότατη ανασύνθεση της εποχής του, μακριά από τη συνήθη ευκολία του εξωτισμού. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, από το 1927 ώς το 1963, γράφει ασταμάτητα: Ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, αρθρογραφία και κείμενα διάσπαρτα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη και εγκαθίστανται στην Αλεξάνδρεια. Εχει εγκαταλείψει τη δουλειά στην Ανω Αίγυπτο και διευθύνει το βυρσοδεψείο του Χαλκούση. Ο πόλεμος που μαίνεται ωστόσο θα διευρύνει την πολιτική δράση του συγγραφέα, ο οποίος ζει από κοντά τα γεγονότα, συμμετέχει ενεργά και συντάσσει παράνομα έντυπα. Οταν τον Ιούνιο του ‘42 ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια, καταφεύγει μαζί με άλλους αριστερούς στην Παλαιστίνη, για να επιστρέψει πια τον Νοέμβριο, μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Αλαμέιν. Από αυτήν την παραμονή στην Ιερουσαλήμ θα αποκομίσει τα πρώτα καθοριστικά ερεθίσματα για τη συγγραφή του σημαντικότερου έργου του.

Εκδίδει ποιήματα, σημαντικά διηγήματα, τη νουβέλα «Νουρεντίν Μπόμπα» (1957) και τη διαχρονική μελέτη του «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958). Με την πάροδο του χρόνου αποφασίζει να γράψει την ανυπέρβλητη, όπως αποδείχτηκε, τριλογία του, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες»: «Η Λέσχη», «Αριάγνη» και «Η νυχτερίδα». Εντάσσει τα πάντα: Την πολιτική και ηθική αντίσταση στον ναζισμό, τις εσωκομματικές διχογνωμίες και ρήξεις της αριστεράς, τις περιπέτειες των ιδεών και της τέχνης κατά τη διάρκεια μιας πραγματικά ζοφερής εποχής, τη δύναμη των λαϊκών ανθρώπων, τις μοιραίες γυναίκες, τις ταπεινές φιλοδοξίες και τα υψηλά οράματα, την ποικιλομορφία των πολιτισμών και τη συνύπαρξη των πιο διαφορετικών εθνοτήτων. Επίκεντρο του έργου αυτού, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ελληνική πεζογραφία, είναι τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και οι παρεπόμενες συγκρούσεις σε τρεις «ακυβέρνητες πολιτείες»: Την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο τα ελληνικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκαν ενάντια στην προσπάθεια ολικής υποταγής τους στην αγγλική διοίκηση. Είναι, ίσως, το πιο σημαντικό ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων πενήντα χρόνων, με το οποίο ο συγγραφέας κατόρθωσε -με μια «εικαστική» ανασύνθεση των χώρων δράσης- να δώσει όχι μόνον το πανόραμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των απαρχών του ελληνικού Εμφυλίου στη Μέση Ανατολή αλλά και τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, όπως εκφράζονται στον έρωτα, στον αγώνα για επιβίωση, στις κάθε λογής συγκρούσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις για την κατάκτηση της εξουσίας. Δημιουργώντας ένα περίτεχνο μείγμα ρεαλισμού και λυρικής πνοής, κατάφερε να συγκεράσει τον αισθησιασμό, την ερωτική παραζάλη, την περιπέτεια, τις ψυχικές αντιστάσεις και τον φόβο του θανάτου, αναδεικνύοντας μια ασυνήθιστη ικανότητα να κινείται σε ανοικτούς ή κλειστούς χώρους υποβάλλοντας την αίσθηση του τοπίου μέσα από τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων, η οποία, με τη σειρά της, διαμορφώνεται από τις εξελίξεις των ιστορικών γεγονότων. Και όμως, η αναγνώριση που του αναλογούσε θα ερχόταν πολύ αργότερα, ενώ το 1961, που δημοσιεύεται η «Λέσχη», διαγράφεται από την οργάνωση του ΚΚΕ της Αλεξάνδρειας ύστερα από την άρνησή του να αποκηρύξει το μυθιστόρημά του. Αυτήν την εξορία από το ίδιο του το κόμμα δεν θα την ξεπερνούσε ποτέ και το 1963 εγκαθίσταται -με τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του- μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του, το 1980.

Προηγουμένως, για ακόμη μία φορά θα αγωνιζόταν, ενάντια αυτήν τη φορά, στη δικτατορία των συνταγματαρχών, αφού το 1969 εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στο Εθνικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο. Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας πρωτοστατεί στην έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» (1970), που εκφράζουν την αντίθεση του πνευματικού κόσμου στο καθεστώς. Στο διάστημα αυτό αρχίζει να γράφει τη «Χαμένη Ανοιξη», το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας, η οποία ξεκινώντας από το Ιουλιανό πραξικόπημα θα προχωρούσε στα χρόνια της τελευταίας δικτατορίας. Εδώ παρακολουθούμε τη μεθόδευση της αποστασίας από τις μυστικές υπηρεσίες και τον άνισο αγώνα για τη δημοκρατία, που θα κορυφωθεί με την πάνδημη κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα στο πρότυπο των «Ακυβέρνητων Πολιτειών», όπου οι ζωές των ηρώων επηρεάζονται καταλυτικά από την ανεξέλεγκτη ροή της Ιστορίας. Ομως, η «Χαμένη Ανοιξη» έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του σπουδαίου συγγραφέα, που, όπως υποδεικνύουν τα εξομολογητικά «Ημερολόγια της Τριλογίας» (1973), ήταν μέχρι τέλους διχασμένος ανάμεσα στο απόλυτο καθήκον της ιδεολογικής στράτευσης και στη γνήσια αγωνία να μην προδώσει, στο ελάχιστο, το νόημα της τέχνης του…

Ενα περίεργο γαμήλιο ταξίδι
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη, κόρη εκλεκτού γιατρού της παροικίας. Ομως, ακόμη και αυτό το γαμήλιο ταξίδι θα είναι μια πολιτική εμπειρία. Το νεαρό ζευγάρι περνά από τη μεταξική Ελλάδα, την Ιταλία του Μουσολίνι, την αιματοβαμμένη από τον δικτάτορα Ντόλφους Βιέννη, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου. Την ομορφιά των τόπων επισκιάζει το φάσμα του πολέμου, ενώ μαίνεται ο ισπανικός Εμφύλιος, που θα στοιχειώσει τον συγγραφέα. Το ταξίδι του μέλιτος έχει, λοιπόν, γεύση πικρή. Στο Παρίσι λαμβάνει μέρος στο Β’ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Εναντίον του Φασισμού. Εκεί συντάσσει και τον «Ορκο» στον δολοφονημένο Γκαρθία Λόρκα, που απαγγέλλεται από τον Αραγκόν και υπογράφεται από σαράντα ποιητές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ

Ξεφεύγοντας από τους χιτλερικούς
«Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Ελλην».

Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ενωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών.

Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια.

Κάναμε επαφή με αριστερούς εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο».

Στρατής Τσίρκας

πηγή Έθνος /Στρατής Τσίρκας-Ιδεολόγος με αιτία

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s