(Ann Sexton) …σύγχρονο μοντέλο του εξομολογητικού ποιητή.


 

Η Ερινύα της εγκατάλειψης (απόσπασμα)

Με εγκατέλειψαν εδώ έξω

κάτω από τα στεγνά αστέρια

χωρίς παπούτσια, δίχως ζώνη,

και κάλεσα τη Διάσωση Α.Ε.

– αυτό το ντεμοντέ χοτ λάιν –

φωνή καμία.

Αφημένη στα δικά μου χείλη, τα αγγίζω,

τα δικά μου ρουθούνια, ώμους, στήθη,

αφαλό, στομάχι, κοιλιά, γόνατο, αστράγαλο,

τα αγγίζω.

***

images (2)

Η Ανν Σέξτον γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1928 στη Μασαχουσέτη των Η.Π.Α. Η σχέση της με την ποίηση άρχισε από τα 17 της χρόνια, μιας που, όπως φαίνεται, το μικρόβιο που και η μητέρα της είχε με την συγγραφή, πέρασε και στην ίδια.
Παντρεύτηκε και έγινε μητέρα νωρίς, παλεύοντας μέσα της να υπηρετήσει σωστά τους δύσκολους αυτούς ρόλους, ενώ την ίδια στιγμή, να βιώσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία από τα όποια κοινωνικά στεγανά. Η διελκυστίνδα αυτή, με φόντο επίσης τα έντονα οικονομικά προβλήματα, τη διέλυσε και πολύ σύντομα, μετά τον χαμό της αγαπημένης της μητέρας, το 1954, η Σέξτον της ήδη εύθραυστης ψυχολογίας, εμφανίζει τα πρώτα έντονα σημάδια κατάθλιψης. Δε θα αργήσει να φλερτάρει με την ιδέα του θανάτου, που θα εξελιχθεί σε ένα εσωτερικό εργαστήρι παράνοιας και καταστροφής.

Μια φορά κι έναν καιρό
στον κόσμο ήμουν το μοναδικό παιδί που του απαγόρευαν
στο μαντρότοιχο ν’ ανεβαίνει. Δεν τολμούσα να μιλήσω δυνατά
πάνω απ’ του βικτοριανού σπιτιού τις σπάνιες αντίκες.
Οι κούκλες μου ήταν καθωσπρέπει, περίμεναν παραταγμένες.
Η κάμαρά μου ψηλοτάβανη, μοναχική και γεμάτη αντηχήσεις.
(Δεκαοχτώ μέρες χωρίς εσένα)

Μοναδικό αποκούμπι ενάντια στη θλίψη που την κατατρώει, η ποίηση. Η πρώτη της συλλογή κυκλοφορεί το 1959, μια περίοδο που η Σέξτον παραπαίει ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας και νοσηλεία σε ιδρύματα. Το έργο της, ωστόσο, τυγχάνει θερμής υποδοχής. Η δεκαετία του 1960 θα της φέρει επιτυχία, λογοτεχνική και ακαδημαϊκή αναγνώριση, καθώς επίσης και το βραβείο Πούλιτζερ το 1967, για το βιβλίο της “Ζήσε ή πέθανε”. Η ίδια όμως, βυθίζεται όλο και περισσότερο στην ψυχική ασθένεια, τίποτα δε μπορεί να χαρεί – τίποτα υλικό, άλλωστε, δε δίνει νόημα σε μια ζωή που δε ζει.

Έχω μια όψη μαύρη που δεν
μ’ αρέσει. Μια μάσκα είναι που την προβάρω.
Αποδημώ προς το μέρος της κι ο βάτραχός της
κάθεται στα χείλη μου αφοδεύοντας.
Είναι γέρος. Είναι κι άπορος.
Προσπάθησα να τον κρατήσω σε δίαιτα.
Δεν του δίνω κανένα καταπραϋντικό.
(Ξανά και ξανά και ξανά)

Ο ερωτισμός, η σεξουαλικότητα, η γυναίκα και η φύση της, μαζί με τις χίμαιρες που της γυρίζουν ένα χλωμό είδωλο σε ραγισμένο καθρέφτη, κυριαρχούν στην ποίησή της. Εξομολογητική, εσωτερική, προκλητική… όπως κι αν την πει κάποιος, η ποίηση της Σέξτον είναι η άλλοτε δυνατή και άλλοτε ψιθυριστή κραυγή μιας γυναίκας που ζητά μάρτυρες για το μαρτύριό της που καταγράφει, όπως εύστοχα σημειώνει και η μεταφράστρια, χωρίς όμως να στοχεύει στον οίκτο του αναγνώστη. Γιατί ήταν “ανυπεράσπιστη απέναντι στην τρυφερότητα”, όπως έγραψε η ίδια. Με αξιοπρέπεια.

Άσε με να βυθιστώ στο χαλί σου,
στ’ αχυρένιο σου στρώμα – οτιδήποτε προσφέρεται
γιατί το παιδί μέσα μου πεθαίνει, πεθαίνει.
(Το στήθος)

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.
(Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή)

Η ποίηση της Ανν Σέξτον, μέσα απ’ τον κυνισμό της είναι ξεχωριστά τρυφερή, αισθαντική και βαθιά ερωτική. Μέσα απ’ την απώλεια, την πληγή, τη θλίψη και τον θάνατο, είναι μια ποίηση για τη ζωή. Για όσα δεν προλαβαίνουν να ζήσουν. Για όσα ζούν, μονάχα πεθαίνοντας.

Τώρα που έγραψα πολλές λέξεις
ομολόγησα τόσους έρωτες, για τόσους πολλούς,
και υπήρξα ολότελα αυτό που ήδη ήμουν –
μια γυναίκα των καταχρήσεων, της φλόγας και της απληστίας
βρίσκω την προσπάθεια ανώφελη.
Άραγε δεν κοιτάζω στον καθρέφτη,
αυτές τις μέρες,
δεν βλέπω μια μέθυσο αρουραίο ν’ αποστρέφει τα μάτια της;
Άραγε δεν αισθάνομαι την πείνα να με διαπερνά τόσο
ώστε να προτιμώ να πεθάνω
απ’ το να την κοιτάξω καταπρόσωπο;

Γονατίζω άλλη μια φορά,
μήπως κι έρθει το έλεος
την τελευταία στιγμή.
(Τσιγάρα και ουίσκι και ατίθασες, ατίθασες γυναίκες)

Το έλεος όμως δεν ήρθε. Στις 4 Οκτωβρίου 1973, κάνει ακόμη μια απόπειρα αυτοκτονίας, τούτη τη φορά επιτυχημένη. Την βρίσκουν στο γκαράζ, μέσα στο αυτοκίνητό της, με αναμμένη τη μηχανή και ανοιχτό το ραδιόφωνο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s