Delerium


Όποιος μέθυσε θέλει να πιεί,όποιος ονειρεύτηκε θέλει να ονειρεύεται.Δεν παραιτείται απ’ αυτή τη γοητευτική άβυσσο απ’ αυτό τον ήχο του απύθμενου ,απ’ αυτή την είσοδο στο απαγορευμένο, απ’αυτή την προσπάθεια ν’ αδράξει το άπιαστο και να δει το αόρατο. Ξαναγυρνά σ’αυτό , γέρνει πάνω του , κάνει ένα βήμα μπροστά , ύστερα δύο. Κι έτσι είναι που κάποιος εισχωρεί στο αδιαπέραστο κι εκεί είναι που ανακαλύπτει τη δίχως όρια απελευθέρωση του απέραντου διαλογισμού

(Victot Hugo)

«Ονειροκτονία»


Ας Αντισταθούμε στην Εποχή του Φόβου!
«Σήμερα τα όνειρα είναι περισσότερο σημαντικά, όσο ποτέ άλλοτε».
(Ervin Laszlo)
Κανένας θάνατος δεν μπορεί να συγκριθεί με το θάνατο της ελπίδας και των ονείρων. Χωρίς τα όνειρα δεν ζούμε, απλά υπάρχουμε. Η ονειροκτονία είναι η χειρότερη μορφή δολοφονίας. Στην ονειροκτόνα εποχή μας οι οραματικές ενατενίσεις τελούν υπό διωγμό, η αισιοδοξία σπανίζει και ο φόβος κυριαρχεί παντού.
Αποτελεί κοινό μυστικό πως διακατεχόμαστε από μια κλαψιάρικη απαισιοδοξία, που χαρακτηρίζεται από το φόβο της ζωής, το φόβο της τεχνολογίας και το φόβο του μέλλοντος. Μια απαισιοδοξία που μεταμορφώνει τις προκλήσεις σε παγίδες, αντί σε ευκαιρίες.
Η τρέχουσα οικονομική κρίση απλώς εντείνει προβλήματα που ήδη προϋπήρχαν. Η κοινωνία που ζούμε έχει γεμίσει με ανασφάλεια. Το υπερόπλο που λέγεται τηλεόραση συνεχίζει να διαμορφώνει συνειδήσεις, καταναλωτικές συμπεριφορές και προπαντός να διαχειρίζεται τους φόβους μας. Έτσι, εκτός από καταναλωτές περιττών προϊόντων, έχουμε καταντήσει και καταναλωτές φοβικών ειδήσεων. Ο φόβος έγινε το δικό μας ναρκωτικό. Παίρνουμε καθημερινά πολλές δόσεις αυτού του «ναρκωτικού», κυρίως μέσα από τα media. Αλλά και οι πολιτικοί που ψηφίζουμε γνωρίζουν πολύ καλά πως η πολιτική επένδυση στο φόβο, αποδίδει. Σε τελική ανάλυση φαίνεται πως μας αρέσει να φοβόμαστε, επειδή έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ασφαλείς: «Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που αρέσει στους ανθρώπους να το νιώθουν, όταν αισθάνονται ασφαλείς» (Ε. Α. Πόε).

ΤO ΖΑΠΙΝΓΚ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ
Ο φόβος, που μας έχουν ενσταλάξει τεχνητά, μας έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου παθητικότητα, που μας κατάντησε «πολίτες του καναπέ». Δεν υπάρχει πλέον διάθεση για ελευθερία, δημιουργία, επανάσταση. Αφήσαμε προ καιρού τα οδοφράγματα και τις διαδηλώσεις και πιάσαμε τις παντόφλες και τα τηλεκοντρόλ. Το τηλεκοντρόλ μας πάντρεψε με τον καναπέ και το ζάπινγκ έγινε αντανακλαστικό της παραίτησης μας από την πρωτοτυπία του ζειν. Καθόλου παράξενο λοιπόν που λατρεύουμε τις τρομακτικές ταινίες, το ρίγος του κινηματογραφικού φόβου, ενώ οι ίδιοι βρισκόμαστε ασφαλείς στη θαλπωρή του σαλονιού μας. «Υποκύπτουμε στην άνεση του τρόμου κι αυτός ο ελεγχόμενος τρόμος μας βοηθά να κατανικούμε τους συνηθισμένους φόβους μας», παραδέχεται ο Γάλλος φιλόσοφος Πασκάλ Μπρυκνέρ. Μόνον μια επαρκή δόση κινηματογραφικής φρίκης ή ενός καλογραμμένου βιβλίου τρόμου μπορεί να εξορκίσει τους «δαίμονες» που ξεπηδούν μέσα από την καθημερινότητα μας κι εδράζονται στην απάθεια και στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας μας.
Οι ανεξέλεγκτοι φόβοι των μαζών –ναι, έχουμε υποβιβαστεί σε μάζα, εφόσον έχουμε χάσει προ καιρού την πνευματική αυτονομία και την πολιτική ενεργητικότητά μας– κάνουν καλό στο Σύστημα, ενώ η ψυχραιμία το βλάπτει. Αποτελεί κοινό μυστικό άλλωστε πως η Εξουσία, ακόμη και στις δημοκρατικές χώρες, οφείλει να κρατά τους πολίτες αρκετά φοβισμένους γιατί, αν δεν φοβούνται και δεν τρέμουν για όλων των ειδών τα κακά που μπορούν να πέσουν πάνω στα κεφάλια τους –κακά που προέρχονται από έξω ή από μέσα ή ακόμη κι από το διάστημα– τότε ίσως αρχίσουν να Σκέφτονται. Αυτό θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνο από την εξουσιαστική ελίτ, διότι θεωρεί πως το «ζαλισμένο κοπάδι» δεν έχει την ικανότητα να Σκέφτεται. Γι’ αυτό και πρέπει να φοβάται εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς. Ο φόβος είναι άγνοια και η άγνοια ευτυχία. Το «ζαλισμένο κοπάδι» επιτρέπεται να είναι ευτυχισμένο, όχι όμως ελεύθερο.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΦΟΒΟ
Αντίσταση στο φόβο σημαίνει πρώτα απ’ όλα ψυχραιμία και σε δεύτερη φάση κριτική σκέψη. Πρέπει να γνωρίζουμε πως ο φόβος, ακόμη και για υπαρκτές απειλές –πόσο μάλιστα για φανταστικές–, αποτελεί μια απίστευτη σπατάλη ενέργειας, κατατρώγει τις σκέψεις μας, θολώνει τα συναισθήματα μας και μας παραλύει. Οι Κινέζοι έχουν μια σοφή στάση απέναντι στο φόβο: ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται και ν’ ανησυχεί γενικώς, ούτε γι’ αυτά που διορθώνονται, ούτε και για εκείνα που δεν διορθώνονται. Εκείνα που διορθώνονται κάποια στιγμή θα διορθωθούν. Εκείνα που δεν διορθώνονται, δεν πρόκειται να διορθωθούν, οπότε γιατί να ανησυχούμε άσκοπα; Έχοντας αυτά κατά νου πρέπει να εστιαστούμε στα πραγματικά μας προβλήματα –και όχι στα φανταστικά– και να επιδιώξουμε ασφάλεια με δικαιώματα για περισσότερη ελευθερία και ποιοτικότερη δημοκρατία. Οι αδύναμοι πρέπει να μάθουν να φοβίζουν τους δυνατούς. Πρέπει να αντιληφθούν πως, αν θέλουν να απελευθερωθούν από τους φόβους τους, μπορούν να είναι κι αυτοί δυνατοί και να ανταποδώσουν τα κτυπήματα. Η αντίσταση στο φόβο αποτελεί το σίγουρο εισιτήριο για μια πιο ελεύθερη και ολοκληρωμένη ζωή…

(George Stamkos)
* To κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από άρθρο  (stamkos@post.com) στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ

Let me tell you a story;


Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
στην αδρεναλίνη
που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου
όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
και μετά στο υγρό
που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

Έφτασα σ’ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
προτού ακόμα μπορέσεις  να καταλάβεις κάτι
απ’ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια,
προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
Όταν ήσουν απροστάτευτος κι εκτεθειμένος,
όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.

Μ’ έφερε στη ζωή σου
το χέρι της μαγικής σκέψης
με συνόδευαν
οι προλήψεις και τα ξόρκια
τα φετίχ και τα φυλαχτά
οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση
οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου…

Προτού μάθεις πως υπήρχα
διαίρεσα την ψυχή σου σ’ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο
σκότους.
Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.

Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής
σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου,
τις ασχήμιες σου,
τις ανοησίες σου,
τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός»
όταν σου είπα πρώτη φορά στο αφτί
ότι κάτι δεν πήγαινε καλά σ’ εσένα.

Υπάρχω πριν από τη συνείδηση,
πριν από την ενοχή,
πριν από την ηθική,
πριν από τις αρχές του χρόνου,
πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του
όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν γυμνός…
και το κάλυψε.

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης,
ο ανεπιθύμητος επισκέπτης,
και ωστόσο,
είμαι ο πρώτος που ήρθα κι τελευταίος που θα φύγω.
Έγινα ισχυρός με τον καιρό
ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή.

Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου,
που σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις,
για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία
των συντρόφων σου στο σχολείο
όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου.
Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη
και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων»
που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους,
έτσι όπως είμαι δυνατός,
και για τον απλό λόγο
ότι είμαι γυναίκα,
ότι είμαι νέγρος,
ότι είμαι Εβραίος,
ότι είμαι ομοφυλόφιλος,
ότι είμαι ανατολίτης,
ότι είμαι ανάπηρος,
ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός…
μπορώ να σε μεταμορφώσω
σ’ ένα σωρό σκουπίδια,
σε παλιοσίδερα,
σε αποδιοπομπαίο τράγο,
στον παγκόσμιο υπεύθυνο,
σ’ έναν καταραμένο
μπάσταρδο
μιας χρήσης.

Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών
με υποστηρίζουν.
Δε μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που
για να με αντέξεις
πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου,
ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά,
στους αιώνες των αιώνων.

Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου
θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
σε υψηλά ιδανικά,
σε αυτοκριτική,
σε πατριωτισμό,
σε ηθικές αξίες,
σε καλές συνήθειες,
σε αυτοέλεγχο.

Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη
που θα θελήσεις να με αρνηθείς
και, γι’ αυτό,
θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου,
πίσω από τα ναρκωτικά,
πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα,
πίσω από τις νευρώσεις σου,
πίσω από την ανισόρροπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τι κάνεις όμως
δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί,
πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου
μέρα και νύχτα,
ακούραστα,
δίχως όρια.

Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης,
της κτητικότητας,
της πίεσης,
της ανηθικότητας,
του φόβου,
της βίας,
του εγκλήματος,
της τρέλας.

Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης
κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ’ αυτό το φόβο.
Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι
αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν,
το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος
που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι,
γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει
εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα,
τα πιο γελοία,
τα λιγότερο επιθυμητά και από σένα τον ίδιο.

Χάρη σ’ εμένα
έμαθες να συμβιβάζεσαι
με αυτά που σου δίνει η ζωή
γιατί τελικά
οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω
από αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.

Το μάντεψες, έτσι δεν είναι?
ΕΙΜΑΙ… ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ
ΠΟΥ ΝΙΩΘΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΣΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ.

Θυμήσου την ιστορία μας…

Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα
που αφέθηκες να πεις περήφανος:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»
Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος,
κατέβασες το κεφάλι
κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου
με ένα συλλογισμό:
«ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…»

(Jorge Bucay)

Κι ο ναυαγός πια από θάλασσα τί να φοβήθει;


Εχθές αργά
Στο μπαρ το ναυάγιο. Συγκεντρώσου!
Εχθές αργά, λέω,
Σ’ ένα μπαράκι από ‘κεινα που ακόμη επιπλέουν
Κι ενώ η μπόρα χόρταινε θαλασσοταραχή
Σπάσαν απροσδόκητα τα λόγια.
Είχαν φυράνει, φαίνεται, οστεοπόρωση
Γίναν αλαφρόπετρες
Κι ούτε που έκλαψα.

Το δεξί μου αυτί
από γεννησιμιού κατάδικο- είναι μπουρού
κι ακούω του πέλαγου τον ψίθυρο.
Ακούω
βότσαλα δάκρυα να παίζουν ρυθμικά ψυχοκαθάψια
Ακούω
κύμα στο κύμα το ξαντρίεμα κι ύστερα εκπνοή
Ακούω
οργανικό αντίλαλο τις αλυσίδες του σκλάβου βίρα- μόλα.

Γι’αυτό, άλλωστε, σαν έσκασαν τα λόγια
Και λάσκαρε λιγάκι η πετονιά
Και μύρισε ο τόπος ήλιο κι ιώδιο
Κι ανοίχτηκε κι άλλη στεριά κι άλλη θάλασσα
Κι ανοίχτηκε μπουνάτσα γκαστρωμένη φουσκοθαλασσιά
Εγώ δεν έκλαψα. Όχι.

Ωριμάζει η πυξίδα κάτι λίγο στους κύκλους της παλίρροιας.
Κι ο ναυαγός πια από θάλασσα τί να φοβήθει;

Πρόσω,
Ιωάννα.

πηγή

Λέξεις, έξεις, έλξεις…


Μια φορά και έναν καιρό ήταν το Λάμδα, το πρώτο γράμμα των Λέξεων που είχε ένα όνειρο: να δραπετεύσει από αυτές. Η ιδέα της φυγής τού έγινε εμμονή και του πρόσφερε μια βαθιά μελαγχολία: ήθελε να ζήσει, να φύγει και να χαρεί ή να χαθεί. Μια μέρα λοιπόν το Λάμδα επαναστατεί και χάνεται και οι Λέξεις της ιστορίας μας γίνονται έξεις (=συνήθεια που αποχτά κανείς από την επανάληψη της ίδιας πράξης ή από την επίδραση του ίδιου παράγοντα).

Καθώς το Λάμδα εξαφανίστηκε, το πρόσωπο των Λέξεων έχασε τη μορφή του και γεύτηκε μιαν απώλεια παραλυτική. Χρειάστηκε λίγος χρόνος για να βρει δύναμη και να (παρα)καλέσει το Λάμδα με αγωνία να γυρίσει πίσω. Αυτό καλά κρυμμένο στην ανυπαρξία των έξεων, έθεσε τους δικούς του όρους: «Αν θα γυρίσω πίσω θέλω να κάνω βόλτες, να κινούμαι ελεύθερα… Ακούς; Θέλω να ζήσω, να περιπλανηθώ, να νιώσω αγκαλιές και βλέμματα, θέλω να πω γλυκά ψέματα και να ακούσω παραμύθια που δεν είναι ψεύτικα, παρηγορητικά υπόσχονται ένα «αίσιο τέλος», παραμύθια όπου κάθε τέλος είναι μια αρχή, παραμύθια που νικάνε το χρόνο, σε πηγαίνουν πίσω-μπρος, μια φορά και έναν καιρό, πότε; τότε!»

Το Λάμδα επέστρεψε πίσω και άρχισε τις βόλτες και όταν κουράστηκε κάθισε ανάμεσα στο ε και το ξ για να ξαποστάσει και οι Λέξεις έγιναν έλξεις (=η δύναμη που συγκρατεί τα μόρια της ύλης σε επαφή μεταξύ τους, η γοητεία).

Κάποια στιγμή το Λάμδα της ιστορίας μας βαρέθηκε την αγκαλιά του ε και του ξ, βαρέθηκε τις αγκαλιές και τις βόλτες γενικώς και μετακινήθηκε εκεί από όπου ξεκίνησε στην αρχή των Λέξεων. Τις είδε να χαμογελάνε και από τη χαρά τους να γεννούν άλλες Λέξεις. Και γέμισαν με Λέξεις τα χείλη των τραγουδιστών και των εραστών, οι λευκές σελίδες των ποιητών, οι κουρασμένες διανυκτερεύουσες οθόνες των υπολογιστών και οι μικροσκοπικές οθόνες κινητών τηλεφώνων. Γέμισε Λέξεις ο τόπος, ο ουρανός, τα σύννεφα, οι σταγόνες της βροχής, τα πάντα τυλίχτηκαν από μια επιδερμίδα φτιαγμένη από λέξεις. Και κάτω από το λεκτικό περιτύλιγμα των πραγμάτων πάλι Λέξεις φώλιασαν και έφτιαξαν μια ρηματική ουσία που νικάει τις σιωπές, νικάει το μηδέν και το κενό. Ενας κόσμος λεκτικός, κειμενικός, υποκειμενικός, αντικειμενικός, διακειμενικός και κυρίως επικειμενικός… ο κόσμος μας.

Το Λάμδα της ιστορίας μας μαγεμένο από τη δύναμη των Λέξεων βούρκωσε και εξομολογητικά μονολογούσε: «Αγαπώ τις έξεις, αγαπώ και τις έλξεις αλλά σαν το πάθος για τις Λέξεις δεν έχω νιώσει ποτέ. Αυτές δίνουν νόημα στη ζωή και διηγούνται ιστορίες για κόσμους μακρινούς, εκτός μου και εντός μου, που δεν μπορούν ούτε οι έξεις ούτε οι έλξεις να αγγίξουν, να αντικρίσουν, να χαϊδέψουν και να χαρίσουν» παραδέχτηκε το Λάμδα και αγκάλιασε σφιχτά τις Λέξεις, τις γέμισε με φιλιά και έδωσε όρκο αιώνιας αγάπης: «Τις Λέξεις θα αγαπώ για πάντα (και μη μου πεις πως δεν υπάρχει για πάντα) που με αφήνουν μερικές φορές να τις προδίδω»… «Ως την επόμενη φορά που μια δύναμη που δεν έχει όνομα, δεν έχει πρόσωπο, ούτε πρόσημο με σπρώξει και πάλι μακριά να δραπετεύσω, να αλητεύσω, να αληθεύσω, να φύγω, να χαθώ κι αν νιώσω έτσι να επιστρέψω ξανά…»

από τον Θωμά Σιώμο

Κύκλος ομόκεντρος: η πρώτη αρχή μου και η τελευταία.


Ούτε και σήμερα ξύπνησα έξυπνη. Ευτυχώς. Και μήπως κοιμήθηκα έξυπνη? Έρχεσαι το βράδυ να με πάρεις. Σταματάς μια γωνία παραπάνω. Για να στρίψεις εύκολα. Τελευταία προβολή, έτσι και μπλέξουμε στην Πλάκα θα χάσουμε την έναρξη. Μου αναβοσβήνεις τα φώτα. Βγαίνεις και μου κάνεις νεύμα: «έλα». Στέκω και σου κάνω νεύμα. «Εγώ? Σε μένα το λες?». Ξανανάβεις τα φώτα, φωνάζεις. «Έλα». Σου ξανακάνω νεύμα. «Εγώ? Σε μένα το λες?». «Όχι, στο Τίμιο Ξύλο. Τίμιο Ξύλο, έλα να σε πάω σινεμά». Μη με φοβάσαι όταν είμαι βλάκας. Είναι που νιώθω προστατευμένη. Ήσυχη. Ασφαλής. Αν ισχύει η παρατήρησή μου, έξυπνος γίνεσαι όταν είσαι θυμωμένος. Μπορεί για όσα έπαθες εξαιτίας της βλακείας σου. Όταν είσαι προδομένος. Απαρηγόρητος. Τότε βλέπεις φως. Επιτέλους, έξυπνος ξανά. Όταν η ψυχική εξάντληση σε εκμηδενίζει τόσο ώστε να μπορείς να σκέφτεσαι με το καλύτερο μυαλό σου. Αυτό που αρνείται τις αυταπάτες. Άρνηση της αυταπάτης λένε οι έξυπνοι, σημαίνει ευφυΐα. Πλήρης άρση της αυταπάτης, γράφει ο Ντιούραντ, είναι ο κυνισμός. Άρα ο κυνισμός είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ευφυΐας. Για μένα, πάλι, κυνικός είναι ο κακοπαθημένος. Που τίποτα δεν του επέτρεψε να ξεχάσει. Κανείς δεν τον χάιδεψε, δεν τον βοήθησε ώστε να αναλάβει.

Ούτε και σήμερα ξύπνησα κυνική. (Σε ευχαριστώ. Δικό σου όλο, φίλε. Σταθερή μου, κατατεθειμένη αξία μου. Πρώτη σημασία μου. Τίποτα δε φτάνει για να σ’ το ξεπληρώσω.)

Σάββατο με Μπαχ-τζούνιορ και σκύλο. Έξυπνη φίλη έρχεται και μου ανακοινώνει πως χωρίζει. Βρήκε την πρώτη αντένδειξη. «Δε θα με πιάσει εμένα κορόιδο», λέει. «Μέχρι στιγμής τηρώ τους κανόνες και τις αρχές μου. Γι’ αυτό δεν έχω χάσει από άντρα. Γιατί στην πρώτη αντένδειξη φεύγω».

Απαλή φίλη, λεπτεπίλεπτη. Και ήδη δυσκολεύεται. Ήδη ψάχνει με αγωνία τον επόμενο. Αυτού του είδους η επιβιωτική ευφυΐα, σκέφτομαι. Είναι για τη γυναίκα ό,τι το αγκάθι για το σκαντζόχοιρο. Δεν έχω από πού να την πιάσω. Μεταξωτή γυναίκα, γεμάτη αγκάθια. Τα έχει χάσει όλα, νομίζω, γιατί τρέμει μην τυχόν και χάσει. Πολλές φορές απορριμμένη, υποψιάζομαι. Αυτή είναι η μοίρα όσων δεν χάνουν. Η λυπημένη φάρσα. Του να παρατάνε πρώτοι αυτούς που πρώτοι τους απέρριψαν. Λίγα πράγματα χωρίζουν το φρικαλέο από το κωμικό. Την ξέρω τη μάρκα. Άνθρωποι που φεύγουν όχι για την αντένδειξη. Όχι επειδή το θέλουν. Αλλά επειδή οσμίζονται την απόρριψη που έρχεται. Το επιβιωτικό «ποιός αφήνει ποιόν» τίθεται πάνω από το «ποιος θέλει ποιόν και πώς τον διεκδικεί».

Ξύπνιοι και επουσιώδεις. Φίλοι και τους αγαπάμε. Στα ερωτικά τους, ράτσα δεύτερη, χαμηλή. Σάββατο πρωί. Ερωτευμένοι, λένε και όμως. Ξυπνάνε έξυπνοι. Επιτίθενται για να αποτρέψουν επιθέσεις. Τρομοκρατούν για να μη γίνει διάφανος ο φόβος τους. Χωρίζουν για να μην τους χωρίσουν. Διαλύονται για να μην τους πιάσουν κορόιδο. Άκυρη εξυπνάδα. Το νιώθεις όταν οι διαλυμένοι μέντορες δίνουν χρηστικές οδηγίες. Για να πάθεις τα ίδια με δαύτους. «Να μην ξέρει την αδυναμία που του έχεις, θα την εκμεταλλευτεί». Ή «μη δίνεις τίποτα από τον εαυτό σου. Τότε σε εκτιμούν οι άντρες». Ή «να μη σε βρίσκει πάντα στο τηλέφωνο. Γιατί σε θεωρεί δεδομένη». Και τη χαρά του να τιμήσεις, να φωταγωγήσεις, να προσφέρεις, να τον ακούσεις, που την πας? Η οξυδέρκειά τους? Σιδερένια μπάλα σε κομψά σφυρά – και πάνε σέρνοντας.

Φαίνεται, Κέικ, λέω, πως η αγάπη δεν είναι αρκετή για όσους δεν αγαπάνε αρκετά, θέλει στρατηγική. Πρέπει να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα: Ποιος θα τρομάξει περισσότερο τον άλλο: το αγαπημένο μου ερωτικό άθλημα. Ποιος θα ντρεσάρει γρηγορότερα τον άλλον. Ποιος θα αποδειχθεί πιο έξυπνος. (Δηλαδή πιο φοβισμένος.) Ποιος θα επιβληθεί. Να επιβληθεί η γυναίκα? Τι να τον κάνει όμως έναν άντρα που του επιβάλλεται?

Να επιβληθεί ο άντρας? Ποιος άντρας που τιμά το φύλο του έχει πρόβλημα με την επιβολή? Μόνο αυτός που δε μπορεί να προστατέψει. Σώσον ημάς από τέτοιες αγάπες. Δεν θέλω να πάρω μέρος ποτέ πια σε τέτοια εκπαιδευτικά προγράμματα. Μεγάλωσα, αποφάσισα. Δεν συμπλέω. Ένοχη ανομοιότητας, όπως πάντα μου άρεσε να είμαι. Ανεπίδεκτη στρατηγικών. Αλλά δεν το κάνω επίτηδες. Αλήθεια. Νομίζω πως γεννήθηκα με το προνόμιο. Του να μπορώ να διορθώσω τα πράγματα κάθε φορά που τα μολύνω με τρέχουσα ψιλικατζίδικη ευφυΐα.

Εδώ και πολύ μικρό διάστημα έχω βεβαιωθεί. Το εκπαιδευτικό σύστημα της αγάπης δεν με αφορά. Χρειάζεται μεταρρύθμιση. Δεν καταλαβαίνω τη διδακτέα ύλη. Δεν με ελκύει η ξεδιαντροπιά της εξίσωσης: «Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου». Εγώ αυτήν την τάξη δεν πρόκειται ποτέ να την περάσω. Γι’ αυτό σκασιαρχείο καλύτερα. Το σκυλί και βόλτα. Εμένα κάνε με μόνο κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. Και τότε η καλύτερή σου είναι η καλύτερή μου. Αλλά ομόκεντρο. Αλλιώς ζηλεύω. Και όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. Και όταν γίνομαι έξυπνη τα καταστρέφω όλα. Χάριν του κίβδηλου ενστίκτου που αφορά τους χαμηλούς. Και που το λένε αυτοσυντήρηση. Και που δε με αφορά. Αν δεν υπάρχεις εσύ, να πεθάνω καλύτερα. Κύκλος ομόκεντρος: η πρώτη αρχή μου και η τελευταία. Άλλες δεν έχω. Κύκλοι, ομόκεντρος. Μετά, ό,τι θέλεις θέλω. Σε ό,τι προσχωρείς με ευεξία. Και εγώ. Κάτι παρόμοιο- ίσως κάποτε να υπήρξε κάτι παρόμοιο. Πιθανόν στην προϊστορική περίοδο της αγάπης των ανθρώπων. Πρέπει να υπήρχε μια ανάλογη, αρχέγονη κατάσταση απειρίας. Μια κατάσταση που προηγείται της θέλησης για ερωτική δύναμη. Μια κατάσταση πριν από την πρώτη ερώτηση. Πριν από το πρώτο σκέρτσο. Από τον πρώτο συλλογισμό. Αγάπη δίχως σκέψη, ας την πούμε. Απειρία, όχι βλακεία, ας την πούμε. Άχρηστη πείρα το Μετά. Λίγο να σκεφτείς πάνω στο συναίσθημα, και αμέσως το Εγώ. Αμέσως η πιο γελοία εκδοχή της θέλησης για δύναμη.

Έβαλε και κερασί κραγιόν. Φίλη από το δημοτικό. Φιλία δεκαετιών και άντεξε. Ανέχτηκα τη σκανδαλώδη φιλαυτία της. Ανέχτηκε την καλπάζουσα ιδιορρυθμία μου. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ και πουθενά. Δεν έμαθε τα μυστικά μου. Κι όμως. Αγαπιόμαστε. Σαν ψυχραμένοι συγγενείς που συναντιούνται σε κηδεία ανθρώπου αγαπημένου. Και εκεί, επάνω στον καφέ, ραγίζουν, αγκαλιάζονται. Προχωρούν πλάι πλάι μετά. Αργά το βράδυ τηλεφωνιούνται. «Χαίρομαι που υπάρχεις». «Και εγώ χαίρομαι που υπάρχεις». Σηκώνεται να φύγει. «Εσύ τι θα έκανες?» Τι να της πω? «Δύο μηνών μόνο το νεογέννητο μυαλό μου». Υπάρχει στον άνθρωπο ένα όριο που, όταν ξεπεραστεί, ο νους ξαναγεννιέται. Ο κόσμος φτιάχνεται εξαρχής. Καινούριος κόσμος. Αλλά δίχως χώμα και νερό δεν γίνεται. Ο κόσμος της ηρωίδας Τερέζας. Το χώμα μου και το νερό μου. Τα υλικά της δημιουργίας μου. Ψάχνω το βιβλίο της, της το δίνω τσακισμένο στην ανάλογη σελίδα. «Εγώ όταν έφυγα, έφυγα για να με ψάξει. Είμαι, βλέπετε, μια γυναίκα αναχρονιστική. Η ζωή μου είναι μόνο ο άντρας που αγαπώ. Τώρα πια δεν ξαναφεύγω. Άλλωστε, που να πάω? Η Πράγα κατάντησε άσχημη…».

Στο καλό, έξυπνη φιλενάδα. Κρίμα που αυτός δεν θα δει το κερασί κραγιόν σου. Ακόμα και ένα κραγιόν να αγοράσεις πρέπει να έχεις αποδέκτη. Αλλιώς δε γίνεται. Ωραίο πάντως το κραγιόν, σου πάει πολύ. Σε αγαπώ. Είσαι φίλη μου. «Θα τηλεφωνηθούμε το βράδυ?» «Ναι. Θα τηλεφωνηθούμε οπωσδήποτε το βράδυ».
Ακόμα μια φορά τον Μπαχ. Ακόμα λίγο να ονειρευτώ. Ισραήλ. Νύχτες με σκληρό φεγγάρι και δίπλα η λίμνη του Κινερέτ. Ήχος από τζιπ. Αλαζονικά Σεντούριον και τεθωρακισμένα Πάτον στους δρόμους. Πιο κει η έρημος της Γαλιλαίας. Κουκούτσια από κέδρους κάτω από τα γυμνά μας πέλματα. Δρόμοι της Σομέρα και της Σλούλα. Ήχοι από τραγούδια. Αραβικά και το Ουαχαντού του μουεζίνη.

Έλα τώρα, Κέικ. Γάβγισε να σε ακούσει στο τηλέφωνο. Πες του πως χάρη σε αυτόν ο Θεός ανοίγει μαζί μας νέο γύρο. Δοκιμάζει την αντοχή μας στο Καλό. Μην το λέμε δυνατά και μας ματιάσουν, αλλά αντέχουμε. Ονειρευόμαστε. Μπράβο καλό σκυλί. Ακόμα ένα γάβγισμα. Κάνε του αγάπες. Πες του πως όλα πια εδώ, χάρη σε αυτόν, ισορροπία και τάξη.

από την Σαββατογεννημένη

Μαλβίνα Κάραλη

(1952-2002)

15 Απριλίου 1961-Αβάνα


Απρίλιος 1961 – Αβάνα. Πριν ακόμα προλάβει να ανασάνει η Κουβανική Επανάσταση, γνώρισε από πρώτο χέρι την αντεπανάσταση. Τούτες τις μέρες είναι η επέτειος από την επέμβαση στον κόλπο των Χοίρων.
Στην Ουάσιγκτον είχαν πάρει την απόφαση να τελειώνουν με την κουβανέζικη επανάσταση. Η απήχηση της κουβανέζικης επανάστασης όσε όλο τον κόσμο, εμποδίζουν τις ΗΠΑ να αναλάβουν στα φανερά στρατιωτική δράση. Ένα χρόνο πριν, το Μάρτιο του 1960, ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ εγκρίνει ένα στρατιωτικό σχέδιο δράσης που έχει επεξεργαστεί η CIA: Μια δύναμη Κουβανών αντεπαναστατών θα χρηματοδοτηθεί, θα εξοπλιστεί και θα γυμναστεί από Αμερικανούς στρατιωτικούς σε ένα μυστικό στρατόπεδο στη Γουατεμάλα με σκοπό να εισβάλει στην Κούβα. Την ίδια εποχή διεκδικούν την προεδρία των ΗΠΑ ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Τζον Κένεντι. Μπορεί ο δεύτερος, ο οποίος τελικά κέρδισε τις εκλογές, να μην ήταν ένθερμος υποστηρικτής της απόβασης, αλλά όταν ο διευθυντής της CIA, Άλεν Ντάλες, του ανακοίνωσε την απόφαση δεν τόλμησε να διαφωνήσει. Έτσι, στις 15 Απριλίου 1961 οι Κουβανοί φυγάδες πραγματοποιούν εισβολή στο νησί.
Η εισβολή προετοιμάζεται με μια σειρά σαμποτάζ στις αρχές του 61, με σημαντικότερη την καταστροφή του εργοστασίου ηλεκτρικής ενέργειας. Στις 15 Απριλίου αμερικάνικα βομβαρδιστικά (που έχουν μεταμφιεστεί σε κουβανέζικα) βομβαρδίζουν τα αεροδρόμια του νησιού και αχρηστεύουν ένα μεγάλο τμήμα της κουβανέζικης αεροπορίας. Κάποια βομβαρδίζουν συνοικίες της Αβάνας και από τα ερείπια ανασύρονται 8 νεκροί και 60 τραυματίες. Το πρωί της επόμενης, η κηδεία των θυμάτων μετατρέπεται σε οργισμένη διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων. Την ώρα που η Αβάνα διαδηλώνει, μαθαίνεται η είδηση πως τα ξημερώματα η εισβολή έχει αρχίσει. Στον Κόλπο των Χοίρων έχει αποβιβαστεί ένα πάνοπλο σώμα 1.500 αντρών. Ο σταθμός των αντεπαναστατών έξω από το κουβανικό έδαφος εκπέμπει εκείνη τη μέρα: »Κουβανοί, η νίκη ζυγώνει! Ένας απελευθερωτικός στρατός βρίσκεται στην Κούβα για να αγωνιστεί μαζί σας ενάντια στην κομμουνιστική τυραννία του Φιντέλ Κάστρο, αυτού του ανισόρροπου! Πολεμήστε τους φιντελιστές, το γενικό ξεσήκωμα άρχισε!»
Ο λαός δεν στρέφετε εναντίον του Φιντέλ όπως είχε υπολογιστεί, αντίθετα συσπειρώνετε δίπλα του και αποφασίζει »να πέσει μέχρι ενός». Την ίδια στιγμή ο Φιντέλ, στην κατάμεστη Πλατεία της Επανάστασης, διακηρύσσει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης. Για να αντιμετωπιστεί η εισβολή των αντεπαναστατών, η κυβέρνηση μοιράζει όπλα. Η ανταπόκριση είναι ακαριαία, οι εργάτες και οι αγρότες οργανώνεται μαζικά σε πολιτοφυλακές. Ο Γκεβάρα δηλώνει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτή τη στιγμή είμαστε σε πόλεμο, στον ψυχρό πόλεμο όπως τον αποκαλούν, έναν πόλεμο χωρίς πρώτη γραμμή, χωρίς συνεχείς βομβαρδισμούς, αλλά όπου οι δύο εχθροί – αυτός ο μικρός πρωταθλητής της Καραϊβικής και η μεγάλη, ιμπεριαλιστική ύαινα – είναι πρόσωπο με πρόσωπο και γνωρίζουν ότι ένας απ’ τους δυο θα πεθάνει στη μάχη».
Η αεροπορία της Κούβας έχει ήδη βυθίσει και καταστρέψει τα πλοία «Χιούστον» και «Ρίο Εσκοσίνδο», που μετέφεραν άντρες και όπλα, ενώ η «Μπριγάδα 2.506» θα αποτύχει παταγωδώς στην προσπάθειά της να έχει κάποια ενίσχυση εκ των έσω.Το επόμενο ξημέρωμα η όλη επιχείρηση είναι αποκομμένη σε μια ελώδη περιοχή χωρίς διεξόδους και είναι έτοιμη να καταρρεύσει, γεγονός που εξαναγκάζει το διευθυντή του τμήματος μυστικών επιχειρήσεων της CIA, τον Ρίτσαρντ Μπίσελ, να δώσει εντολή σε έξι πιλότους να απογειωθούν από τις ΗΠΑ με τρία βομβαρδιστικά που φέρουν και βόμβες ναπάλμ και να επιτεθούν. Τέσσερις πιλότοι θα χάσουν τη ζωή τους σ’ αυτήν την επιχείρηση, ενώ οι κουβανικές δυνάμεις θα κατορθώσουν να ανασύρουν το ένα πτώμα, που αποτελεί και την πιο τρανή απόδειξη της άμεσης αμερικανικής επέμβασης.
Τη 19η Απρίλη θα λήξουν όλες οι μάχες. Μία συντριπτική ήττα των Αμερικανών σε διάστημα λιγότερο των 72 ωρών. Ο επαναστατικός στρατός του Φιντέλ συλλαμβάνει τους 1.200 από τους 1.500 κουβανούς φυγάδες οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί στο νησί. »Τα ζαχαροκάλαμα της Κούβας τα μαζεύουν οι φίλοι της, όχι οι εχθροί της» θα απαντήσει ο Τσε σε έναν αιχμάλωτο παπά, ο οποίος στην προσπαθεια του για καλη μεταχείρηση ζητάει να συμμετάσχει στη συγκομιδή! (Αργότερα η κυβέρνηση του Κάστρο θα ζητήσει την ανταλλαγή αυτών των αιχμαλώτων με την απελευθέρωση ίσου αριθμού πολιτικών κρατουμένων από τις φυλακές των ΗΠΑ και των δικτατοριών της Νότιας Αμερικής, πρόταση που δεν έγινε δεκτή).
Το φιάσκο του Κόλπου των Χοίρων είναι ένα συντριπτικό χτύπημα για τις ΗΠΑ. Καταρρίπτει το μύθο του αήττητου γίγαντα και δημιουργεί νέες ισορροπίες στη Λατινική Αμερική.
Στις 20 Απρίλη του 1961, ο πρόεδρος Κένεντι, σε μία ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσης με την κουβανική κοινότητα της Φλώριδας, που τον κατηγορούσε ευθέως για δειλία επειδή δε διέταξε ευρύτατες αεροπορικές επιδρομές και άμεση στρατιωτική επέμβαση, διακήρυξε ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται ποτέ να επιτρέψουν στους «κομμουνιστές να καταλάβουν το νησί».
Το ίδιο πάνω – κάτω διακηρύσσουν από τότε όλοι οι διάδοχοί του…

(Από Sissy Apostolou)