Στο μαγικό κόσμο του τσίρκου που λέγεται ζωή./Μαλβίνα γέλα!


l (5)1


ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΛΒΙΝΑΣ ΚΑΡΑΛΗ

απο τον Κωνσταντίνο Βήτα

Σουξέ: Ξέρω οτι δεν με αγαπάει ο κόσμος. Το κοινό δεν σε αγαπάει ποτέ, αγαπάει την επιτυχία, όπως μισεί την αποτυχία. Δεν είμαι αφελής

Αγάπη: Δεν πιστεύω στην αγάπη, είναι μια έννοια που μου έχει ξεφτιλίσει τη ζωή, μου την έχει χαντακώσει, έχει κοντέψει να με στείλει στα τρελάδικα. Πιστεύω μόνο σε μια έννοια: τη συμπόνοια.

Αρρώστιες: Είμαι η Μις Κατατονία, αλλά μπορώ να σκάω ένα χαμόγελο και να ανεβάζω τους ανθρώπους που είναι γύρω μου. Κάθε πρωϊ που ξυπνάω, το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου είναι η «7η σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Έχζω γεράσει πρόωρα, κάπου στα 25.

Άντρες: τη ζωή μου με ενδιέφερε πάντα ο άντρας ο ακομπλάριστος που θα πει: «Άσε τις μαλακίες, εγώ θα σε σώσω τώρα εσένα και θα λειτουργήσεις από ‘δω και πέρα φυσιολογικά και σωστά».

Χειμωνάς: Τον Χειμωνά τον ξέρω όλον απ’ έξω. Κάποια στιγμή όταν τον γνώρισα,του το είπα και δεν το πίστευε. Τα μάθαινα απ’ έξω τα βιβλία του. Ήταν σαν άσκηση. Πιστεύω οτι έπρεπε να διδάσκεται στα Γυμνάσια.

Όνειρα: Μικρή ήθελα να γίνω κομμώτρια. Έβλεπα όλα τα κορίτσια στο Αρσάκειο να θέλουν να σπουδάσουν Ιστορία της Τέχνης. Έβγαζαν μια φυλλάδα που την έλεγαν «Παρουσία». Εγώ έβγαζα μια δικιά μου που την έλεγα «Τα Σοσόνια». Δεν ήθελα μεγάλους εαυτούς από τότε. Θυμάμαι, έβγαινα στη Βας. Σοφίας κι έλεγα σε όποια γριά έβλεπα: «Τι όμορφη που είσαστε, τι ωραία που είναι τα μαλλιά σας, είναι φυσικό το χρώμα, ε;»

Άνθρωποι: Πέρασαν διαμάντια απ’ τη ζωή μου που δεν πρόλαβα να εκτιμήσω. Σε μερικούς ανθρώπους τους βγάζουμε από μέσα οτι καλύτερο έχουν, ενώ δεν μπορούμε να γίνουμε ένα μ’ αυτούς και εκ των υστέρων καταλαβαίνουμε την αξία τους. Ήμουν βιαστική, τσαλαβουτούσα. Είναι πολύ φυσικό. Τα τελευταία 5-6 χρόνια αρχίζω να εκτιμώ τους ανθρώπους και να αποδίδω ουσιαστικές τιμές.

 Φίλοι: Η πιο σταθερή αξία στη ζωή μου είναι να υπερασπιστώ το φίλο μου. Θα ψευδομαρτυρήσω, θα ψευδορκήσω, θα σκοτώσει και θα είμαι μαζί του. Υπήρχε μια σκηνή στο Café Bagdad που ο Τζακ Πάλανς ρωτάει την ηρωίδα: «Θες να με παντρευτεις;» και αυτή λέει: «Πρέπει να ρωτήσω τη φίλη μου». Έχω κλάψει μ’ αυτή την ατάκα.

Θάψιμο: Η Ζυράννα Ζατέλη έγραψε ένα ωραίο βιβλίο, την «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» και αυτό ήταν γιατί πριν απ’ αυτήν υπάρχει η Έρση Σωτηροπούλου. Ο Μαρκές δεν μου αρέσει, πιστεύω οτι είναι κάτι για να ξεχνιούνται οι άνθρωποι. Η εποχή αυτή ευνοεί τις τεράστιες παρεξηγήσεις: το να γράψει ένας α λα μανιέρ ντε Μαρκές και να θεωρηθεί αυτόν οτι είναι σπουδαίο βιβλίο. Δεν είναι. Το να υπάρξει ένας Πανιάρας που τον στηρίζει μια γκαλερί από πίσω του και πασπαλίζει τις κολώνες με ακρυλικό, όταν υπάρχει ο Εδουαρδος Σακαγιάν. Αυτός είναι ο καλύτερος Έλληνας ζωγράφος για μένα. Το να υπάρχουν κάποιοι ποιητές που είναι δημοσιοσχεσίστες  και να μην υπάρχει η Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Αυτή είναι ποιήτρια, όχι αρχίδια. Καλά, για τη ζωγραφική να μη σου πω!!Εκείνοι οι άνθρωποι πως ζωγραφίζουν όταν υπάρχει ένας Φράνσις Μπέηκον; Δηλαδή, δεν έχουν καταλάβει ένα πούτσο τι έχει γίνει;

Παρίσι: Κάποτε στο Παρίσι, βρέθηκα στη μέση του πουθενά. Κοιτούσα μια αφίσα. Ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο και αυτή του έλεγε «πήγαινέ με στην άκρη του κόσμου» που για μένα σημαίνει σώσε με. Και ο άλλος απαντούσε «Με δυο χιλιάδες φράγκα, αγάπη μου, σε πάω». Ήταν διαφήμιση ταξιδιωτικού γραφείου. Στέκομαι. Είμαι στο μετρό. Είμαι 20 χρονώ. Συνειδητοποιώ. Είμαι σ’ ένα σταθμό, κάτω απ’ τη γη, δηλαδή αρχίζω να ζω κι εγώ κάτω από τη γη. Είναι φοβερό. Αυτοί δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, εγώ όμως έρχομαι από την Ελλάδα, απ’ το Φως το αττικό. Δίπλα μου είναι μια με τρεις σακούλες στο χέρι  κι ένα σπασμένο παιχνίδι , πιο δίπλα μια άλλη με ένα μπουκάλι στο χέρι, παραδίπλα κάτι μουνίτσες με μίνι που στέκονται όρθιες για να δουν τα πόδια τους όλοι, το τραίνο έρχεται, λαθρομετανάστες, Τούρκοι, κι εγώ βρίσκομαι στην άκρηκαι εκεί που έχω πει» έχω σταθεί λίγο στο όνειρο», κοιτάζω τα φράγκα. Εκεί κατάλαβα αυτό το μικρό πράγμα. Οτι αυτό το απόσπασμα ζωής είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε.

Στομάχι: Δεν μ’ αρέσουν τα σούπερ μάρκετ, ψωνίζω σε παντοπωλείο. Απ’ όταν γεννήθηκα, έτρωγα πάντα πολύ καλά. Η γιαγιά μου είχε μέσα της τη χαρά της ζωής. Δεν θα σερβίριζε ποτέ ένα ολόκληρο μπούτι αρνίσιο στο τραπέζι-αυτό το πράγμα έχει τη θέση του μόνο στο βουνό. Μου έλεγε: «Δεν γεννήθηκες για να τρως τυρόπιτες. Αν πεινάς στο σχολείο, πάρε ψωμί και τυρί. Και το τυρί να είναι τέτοιο που να μην ιδρώνει». Αγαπώ την καλή κουζίνα και την φιλοσοφία της.

Πάλκο: Βγαίνω στο πάλκο γιατί είναι όλη μου η μνήμη. Αυτή που θα ήθελα να είμαι. Θα ήθελα να έχω γεννηθεί φτωχιά σε μια άνυδρη περιοχή όπως την έδωσε ο Δαμιανός στην «Ευδοκία». Όλοι με τον ίδιο πλάγιο λογο μιλάμε, της Ευδοκίας, και το ίδιο πουτάνες είμαστε.

Αυτοκτονία: Εγώ είμαι υπέρ. Την ζωή μας δεν την αποφασίζουμε, όμως τον θάνατό μας πρέπει να τον αποφασίζουμε εμείς.  Ο καλύτερος θάνατος είναι να πεθάνεις την ώρα που έχει τελειώσει η ζωή σου με κάποιον, γιατί έχει πεθάνει αυτός.

Προσευχή: Σίγα να μην προσεύχομαι. Δεν πιστεύω στο Θεό από3-4 ετών. Τα ήξερα όλα. Δεν πιστεύω σε τίποτα.

Γυναίκες: Αν ήμουν άντρας, δεν θα πήγαινα με γυναίκα παρά μόνο με σκυλί. Το σκυλί το έχει προσδιορίσει ο Μπωντλέρ. Είναι σκύλα, αποτρόπαι, φυσική, που καυλώνει  και θέλει να γαμηθεί, που πεινάει και θέλει να φάει και να κοιμηθεί. Θα πρέπει να βρεθεί ένας άντρας πολύ ακομπλάριστος, που να μη φοβάται τα θηλυκά στοιχεία ενός χαρακτήρα. Το θηλυκό αρχέτυπο σίγουρα είναι η πολύ καλκατσιάρα, η καραπουτανάρα, δηλαδή «πετάγομαι να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα, και θα γυρίσω σε δυο ώρες γιατί θα περάσω κι απ’ τη Βίκυ».

Νταβάδες: «Με παρέσυρε το ρέμα, μάνα μου δεν είναι ψέμα, καίγομαι γι’ αυτή και λιώνω». Είναι αυτό που λέει η πουτάνα στον νταβά : «Στα δίνω όλα, να μην έχω τίποτα παρά μόνο εσένα». Μακάρι να είχαμε περισσότερους νταβάδες, να τα δίνουμε όλα και να μην έχουμε τίποτα. Go between νταβατζιλίκια.

01

πηγή Lifo

Τρόμος και Αθλιότητα.


430774_490366010986095_730449790_nσε καιρούς που οργιάζει ο ετσιθελισμός της εξουσίας/έχουμε ανάγκη από φωνές αντίστασης…
***
Να και οι προδότες.
Έχουν σκάψει
Μα ο δρόμος δεν θα τους ξεχάσει

Τον λάκκο του αδερφού και του γειτόνου
Ξέρουν πως οι άλλοι τους γνωρίζουν
Τον ύπνο τους δεν τον ορίζουν
Δεν ήρθε ακόμα το πλήρωμα του χρόνου.
Να κι οι δεσμοφύλακες.
Χαφιέδες χωροφύλακες
Υπηρέτες του λαού της Γερμανίας
Καταπιέζουν, μαστιγώνουν,

Βασανίζουν, παλουκώνουν

Όλα σε τιμή ευκαιρίας.
***
 Τρόμος και Αθλιότητα του Γ Ράιχ (απόσπασμα)
poster-brecht-nato-gomes
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956)
Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ποιητής. Δημιουργός του λεγόμενου “επικού θεάτρου”  κοινωνικής καταγγελίας. Γεννήθηκε στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στο Ανατολικό Βερολίνο. Καταγόταν από εύπορη αστική και συντηρητική οικογένεια. Ο ίδιος έχει γράψει για την καταγωγή του.
***
«Μεγάλωσα σαν γιος καλοστεκούμενων
ανθρώπων. Οι γονείς μου μού φορούσαν
γιακά, μ’ έμαθαν τις συνήθειες εκείνων
που έχουν υπηρέτες και με δίδαξαν
πώς να διατάζω.
Αλλά, όταν μεγάλωσα
και είδα γύρω μου, οι άνθρωποι της
τάξης μου δεν μ’ άρεσαν, το να διατάζω
δεν ήταν του γούστου μου, ούτε και το
να με υπηρετούν. Γι’ αυτό εγκατέλειψα
την τάξη μου και συντρόφεψα με τους
μικρούς, φτωχούς ανθρώπους».

Μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο.


Image

(1919-2010)

«Γνώρισμα του ανώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να πεθάνει ευγενικά για μια υπόθεση. Γνώρισμα του ώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να ζήσει ταπεινά γι’ αυτήν» (σ. 226).

Image

O φύλακας στη σίκαλη [και το όνειρο μιας χαμένης εφηβείας] – J.D. Salinger

Το βιβλίο που με έκαψε. Μπορεί και να με διαμόρφωσε. Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” του J.D. Salinger (μετ. Τζένη Μαστοράκη -εξαιρετική ποιήτρια-, εκδ. Επίκουρος). Το χρονικό ενός εφήβου, ενός παιδιού που πήρε τη μεγάλη του απόφαση, διατάζοντας τον εαυτό του να τρέξει προς την ελευθερία. Ο ήρωας μιας χαμένης εφηβείας και μιας αναπόδεικτης (και ανέξοδης ίσως) δρασκελιάς στο έρμα των αμερικανικών προτύπων. Μεταπολεμικός ρεαλισμός και πηγή του ύστερου ρεύματος που πήρε το όνομα νεορεαλισμός, ή βρώμικος/μινιμαλιστικός ρεαλισμός. Η ιστορία: ο Χόλντεν Κόλφιντ, στο τέλος της εφηβείας του, λαμβάνει το ρόλο του αντιήρωα του μυθιστορήματος, ενός γνήσιου παρία, όχι με την έννοια που αυθωρεί μας έρχεται στο νου, αλλά με αυτήν την άγουρη ακόμα οντότητα που απορεί και αμφισβητεί τα πάντα, που θέτει ερωτήματα (αναπάντητα για πολλούς, ανύπαρκτα για άλλους). Η ανολοκλήρωτη ιστορία του Χόλντεν περνά μέσα από μια απαράμμιλη αθωότητα, από μια επίδοση σε γλώσσα του δρόμου, έτσι όπως μόνο ένας έφηβος (όχι κατ’ ανάγκην αμερικανός) μπορεί να αποδώσει, με όλες εκείνες τις επαναλήψεις (το “…και τα ρέστα” κυριαρχεί παντού) που είναι ικανά να σε οδηγήσουν σε μια εξατομίκευση και απολαυστική οικειοποίηση του κειμένου. Είναι ο αντιήρωας εκείνος που αποδρά από έναν κόσμο, που ξέρει ότι σύντομα θα γίνει μέρος του και αυτό αποτελεί sine qua non της ζωής του. Και ενώ ο Salinger, παρ’ όλα τα αυτονόητα -για τους “μεγάλους”- που γεμίζουν το βιβλίο, προσπαθεί να χτίσει τον Χόλντεν μέσα στο πλαίσιο μιας μυθιστορηματικής πλοκής που διαρκώς μένει ανολοκλήρωτη…
Γιατί όμως;
Ο δεσμός που δένει τον αναγνώστη με αυτό το βιβλίο (ας το κάνω προσωπικο: που με δένει με αυτό το βιβλίο) είναι μια εσωτερική δικτατορία που με στοιχειώνει χρόνια τώρα, όχι, βεβαίως, γιατί υποκλίνομαι στο μέγεθος του συγγραφέα του, αυτό είναι δεδομένο, αλλά πολύ απλά γιατί το κείμενο αυτό ποτέ δε λέει την τελευταία του λέξη. Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” είναι εκείνο το αδηφάγο μυθιστόρημα που σε τραβά απ’ το μανίκι και σε ρωτά, παιδί κι αυτό, σε πόση ώρα φτάνουμε.
Πού;
Σε μια λαιμητόμο των ψυχοσυνθετικών περιόδων της ζωής μας. Απαλλαγμένοι πια από οποιαδήποτε έννοια και ιδέα εξωπραγματικής υπόστασης, γυμνοί και καθαροί πια από τα ρούχα μιας κάποιας ενοχής. Με λόγο απλό και μετρημένο: Ο “Φύλακας στη Σίκαλη” είναι ο αέρας που πνέει και ζητά να φωτιστεί το σύμπαν που χτίζουμε με τα καλύτερα υλικά σε κάθε στάδιο της ζωής μας. Μας κάνει να ονειρευόμαστε σε μια -αθώα ή μη- εφηβεία, μας ζωντανεύει μνήμες αργότερα, αλλά και μας ωθεί -βεβιασμένα είναι η αλήθεια- σε μια χοάνη που κρύβει μέσα της όλους τους προορισμούς που πετύχαμε αλλά και εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε, εφιαλτικά και συνάμα ως μαγευτικά απωθημένα.
Ο Salinger ήξερε ότι ο Χόλντεν δεν είναι ούτε το “Κοριτσάκι με τα σπίρτα” ούτε ο εν πολλοίς αδιάφορος Ντέηβιντ Κόπερφιλντ. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένα παραμύθι (;) χτισμένο με τις πέτρες μιας αλήθειας που ένας (μετα)έφηβος αποζητά να δοκιμάσει, όχι για να δικαιολογήσει τη στάση του, αλλά για να νιώσει ακόμα μία φορά, ότι ο κόσμος είναι η φθορά της εφηβείας, ό,τι υπάρχει όπως το ξέρουμε σήμερα, στο κάθε σήμερα, είναι απόρροια μιας απώλειας: της εφηβείας, που δεν ασχολείται με τα σπυράκια και τις όψιμες εισαγωγές στο πανεπιστήμιο (που είναι τόσο σημαντικά κι αυτά, τόσο ψυχοφθόρα και διαμορφωτικά), αλλά με το φόβο (και τη σιγουριά) ότι θα γίνει μέλος της ζωής που αντιτάσσεται με νύχια και με δόντια.
Κι αν αυτό φαίνεται ένας πρωθύστερος συμβιβασμός, δεν είναι καθόλου έτσι. Ο Χόλντεν γνωρίζει τι τον περιμένει, ξέρει καλά πού θα χαθεί και πού θα τρέξει, παράλληλα, να κρυφτεί. Ωστόσο, αν δούμε λίγο beyond the lines, ο συμβιβασμός με την ιδέα του ερχόμενου δίνει τη σπιρουνιά που χρειαζόμαστε όλοι για να αμυνθούμε αρχικά και να επιτεθούμε αργότερα: γνώρισμα του ανώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να πεθάνει ευγενικά για μια υπόθεση. Γνώρισμα του ώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να ζήσει ταπεινά γι’ αυτήν (σ. 226).
Στην έρημο ανθίζουνε λουλούδια, αλλά μόνο εκείνα που διαρκώς κοιτούν στην άμμο…
Ας ακολουθήσουμε το ρυθμό μιας απώλειας που γυρνά καλύτερα οπλισμένη.

 

πηγή

«Μετανάστης» ήταν και ο Στρατής Τσίρκας…


fe392f78a62c6fc460cf8c2a182b395f_XL

(1911-1980)

“Δε βρίσκει / κανείς αυτού παρά κραυγές και μοιρολόγια… / Χαθήκαν οι ομορφιές των Φαραώ κ΄ οι οβελίσκοι, / τα δειλινά οι χουρμαδιές κ΄ οι Πυραμίδες;” Ναι. Τραγουδώ την Αίγυπτο. Αυτήν, / που δε σας δείχνει ο Κουκ, αυτήν, / που σκουντουφλάτε χρόνια δίχως να τη δείτε. 

Και τραγουδώ την Αίγυπτο / γιατί με τρέφει και με σκέπει σα μητέρα / γιατί πονάει σα μητέρα / και γιατί ελπίζει σα μητέρα.

Η ποιητική νοσταλγία του έρωτα, το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής, οι ακραίες πολιτικές συγκρούσεις, η εκμετάλλευση των αυτόχθονων από τους Αγγλους αποικιοκράτες, το ζωντανό ελληνικό στοιχείο της παροικίας, ο θρήνος των ετοιμοθάνατων πολιτειών, οι λεπτομερείς περιγραφές προσώπων και χώρων δράσης μέσα από έντονες φωτοσκιάσεις και εντυπωσιακές αντιθέσεις -ορίζοντες κλειστοί, κουτσομπολιά, ίντριγκες, ταπεινώσεις, αλλά και κάποιες αλησμόνητες στιγμές υποβλητικού πάθους και αισθησιασμού. Ολα αυτά αποτυπωμένα με ζωηρά χρώματα και αδρές γραμμές από έναν εξαιρετικό τεχνίτη του λόγου που ήξερε να αποδίδει μοναδικά τις συνιστώσες μιας ολόκληρης εποχής, σκληρής και ανελέητης, όπου οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι στα γρανάζια της Ιστορίας, έρμαια όχι μόνον των παθών τους αλλά και των παιχνιδιών που παίζονταν ερήμην τους.

Ο Στρατής Τσίρκας -όπως ήταν το ψευδώνυμο του πεζογράφου, ποιητή, μεταφραστή και κριτικού Γιάννη Χατζηανδρέα- γεννήθηκε το 1911 στο Κάιρο αλλά καταγόταν από την Ιμβρο. Ο πατέρας του Κωστής είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει στρατιώτης σε τουρκική επικράτεια. Η μητέρα του Περσεφόνη, κόρη ενός κηπουρού, καταγόταν από τη Χίο. Η οικογένειά της, όμως, μετανάστευσε στη Χάιφα μετά τους σεισμούς του 1881, ενώ με τον πόλεμο του 1897 κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. «Ετσι γινήκαμε εμείς αιγυπτιώτικο γένος, αλεξανδρινοί. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα, τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες», θα πει ο συγγραφέας αργότερα.

Και πράγματι, αυτή η πρώιμη εξοικείωση με την κουλτούρα της μετανάστευσης και της αρμονικής συνύπαρξης με άλλες εθνότητες θα αποτελούσε το υπόστρωμα για τα φημισμένα κοσμοπολίτικα μυθοπλαστικά του έργα. Αλλωστε και η ίδια η οικογένειά του, με τα υπόλοιπα τρία αδέρφια του, έμενε σε μια λαϊκή συνοικία με ελληνοαραβικό πληθυσμό. Εκείνη η εποχή ήταν για το μικρό αγόρι γεμάτη ζηλευτή ξεγνοιασιά. Τα πράγματα, ωστόσο, θα άλλαζαν. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Κι ύστερα ήρθε η αρρώστια: Παθαίνει φυματίωση, η οποία τότε σήμαινε «θάνατος στο σπίτι». Κάπως έτσι αναγκάστηκε να κλειστεί σε σανατόριο στο Λίβανο, με τη μητέρα να μένει πίσω, μόνη της, στην προσπάθεια ανατροφής των παιδιών.

assets_LARGE_t_1463_4615239_type12128

Στο μεταξύ, ο νεαρός Τσίρκας επιδεικνύει μια απρόσμενη -για την ηλικία του- εξοικείωση με τα λογοτεχνικά είδη. Μάλιστα, στα εφηβικά του σημειωματάρια κατέγραφε σχολαστικά ό,τι διάβαζε και τον ενδιέφερε. Δανειζόταν βιβλία από φίλους και βιβλιοθήκες, έβλεπε όλες τις ταινίες και τα θεατρικά από την Αθήνα και τα σχολίαζε, προγραμμάτιζε έργα, συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέσα σε αυτήν τη δημιουργική έξαρση που θα γράψει το πρώτο του πεζογραφικό έργο. «Οταν ήμουν είκοσι χρονών, έγραψα ένα μυθιστόρημα, από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο. Ολο το άλλο το έκαψα, γιατί σε κάποια στιγμή αυτογνωσίας είδα ότι λέω ψέματα. Και αυτή η εμπειρία μού κόστισε τόσο, ώστε έκανα 25 χρόνια να γράψω άλλο μυθιστόρημα», αναφέρει σε συνέντευξή του, ενώ αλλού θα πει ότι «η πένα είναι βαριά σαν κουπί», μια αίσθηση που θα τον κυνηγά σε όλη του τη ζωή και η οποία εξηγεί -ώς έναν βαθμό- τη μικρή, σχετικά, συγγραφική του παραγωγή.

Οσο για την επαγγελματική του ενασχόληση, αυτή ήταν απολύτως συμβατική. Αφού πρώτα φοίτησε στην Αμπέτειο Σχολή, το 1928 έπιασε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. Ο μισθός του, όμως, δεν επαρκούσε, με αποτέλεσμα λίγο μετά να αναζητήσει την τύχη του σε μια βαμβακοβιομηχανία στην Ανω Αίγυπτο, στην οποία θα παραμείνει για δέκα χρόνια. Κατά κάποιον τρόπο, σε αυτήν την εντεινόμενη επαφή του με τους ντόπιους και τα προβλήματά τους -μακριά από τους κύκλους των διανοούμενων της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, που συναναστρεφόταν- οφείλεται η διαμόρφωση της πολιτικής του ιδεολογίας.

assets_LARGE_t_1463_4615240_type12128

Γύρω στο 1930 αρχίζει τις οργανωτικές του επαφές με το ελληνικό τμήμα του Κομουνιστικού Κόμματος της Αιγύπτου, αναπτύσσοντας εκτενή δράση, ενώ θα γίνει και γενικός γραμματέας της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας με αρμοδιότητες για όλη την περιοχή της νοτιανατολικής Μεσογείου. Ο Τσίρκας μπορεί μεν να είχε την κοσμοπολίτικη άνεση της ελληνικής παροικίας, με τα γαλλικά, τα αγγλικά και τις επαφές με την καθεστηκυία τάξη, έβλεπε όμως ότι τα προβλήματα ήταν κοινά για όλους. Μόνον που οι φελάχοι ήταν πιο εξαθλιωμένοι, ανυπεράσπιστοι. Αισθανόταν έτσι την ανάγκη να τους συμπαρασταθεί. Σε αυτήν τη βαθιά και εκ των έσω κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της Μέσης Ανατολής οφείλει την ύστερη, πειστικότατη ανασύνθεση της εποχής του, μακριά από τη συνήθη ευκολία του εξωτισμού. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, από το 1927 ώς το 1963, γράφει ασταμάτητα: Ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, αρθρογραφία και κείμενα διάσπαρτα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη και εγκαθίστανται στην Αλεξάνδρεια. Εχει εγκαταλείψει τη δουλειά στην Ανω Αίγυπτο και διευθύνει το βυρσοδεψείο του Χαλκούση. Ο πόλεμος που μαίνεται ωστόσο θα διευρύνει την πολιτική δράση του συγγραφέα, ο οποίος ζει από κοντά τα γεγονότα, συμμετέχει ενεργά και συντάσσει παράνομα έντυπα. Οταν τον Ιούνιο του ‘42 ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια, καταφεύγει μαζί με άλλους αριστερούς στην Παλαιστίνη, για να επιστρέψει πια τον Νοέμβριο, μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Αλαμέιν. Από αυτήν την παραμονή στην Ιερουσαλήμ θα αποκομίσει τα πρώτα καθοριστικά ερεθίσματα για τη συγγραφή του σημαντικότερου έργου του.

Εκδίδει ποιήματα, σημαντικά διηγήματα, τη νουβέλα «Νουρεντίν Μπόμπα» (1957) και τη διαχρονική μελέτη του «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958). Με την πάροδο του χρόνου αποφασίζει να γράψει την ανυπέρβλητη, όπως αποδείχτηκε, τριλογία του, τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες»: «Η Λέσχη», «Αριάγνη» και «Η νυχτερίδα». Εντάσσει τα πάντα: Την πολιτική και ηθική αντίσταση στον ναζισμό, τις εσωκομματικές διχογνωμίες και ρήξεις της αριστεράς, τις περιπέτειες των ιδεών και της τέχνης κατά τη διάρκεια μιας πραγματικά ζοφερής εποχής, τη δύναμη των λαϊκών ανθρώπων, τις μοιραίες γυναίκες, τις ταπεινές φιλοδοξίες και τα υψηλά οράματα, την ποικιλομορφία των πολιτισμών και τη συνύπαρξη των πιο διαφορετικών εθνοτήτων. Επίκεντρο του έργου αυτού, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ελληνική πεζογραφία, είναι τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και οι παρεπόμενες συγκρούσεις σε τρεις «ακυβέρνητες πολιτείες»: Την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο τα ελληνικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκαν ενάντια στην προσπάθεια ολικής υποταγής τους στην αγγλική διοίκηση. Είναι, ίσως, το πιο σημαντικό ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων πενήντα χρόνων, με το οποίο ο συγγραφέας κατόρθωσε -με μια «εικαστική» ανασύνθεση των χώρων δράσης- να δώσει όχι μόνον το πανόραμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των απαρχών του ελληνικού Εμφυλίου στη Μέση Ανατολή αλλά και τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, όπως εκφράζονται στον έρωτα, στον αγώνα για επιβίωση, στις κάθε λογής συγκρούσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις για την κατάκτηση της εξουσίας. Δημιουργώντας ένα περίτεχνο μείγμα ρεαλισμού και λυρικής πνοής, κατάφερε να συγκεράσει τον αισθησιασμό, την ερωτική παραζάλη, την περιπέτεια, τις ψυχικές αντιστάσεις και τον φόβο του θανάτου, αναδεικνύοντας μια ασυνήθιστη ικανότητα να κινείται σε ανοικτούς ή κλειστούς χώρους υποβάλλοντας την αίσθηση του τοπίου μέσα από τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων, η οποία, με τη σειρά της, διαμορφώνεται από τις εξελίξεις των ιστορικών γεγονότων. Και όμως, η αναγνώριση που του αναλογούσε θα ερχόταν πολύ αργότερα, ενώ το 1961, που δημοσιεύεται η «Λέσχη», διαγράφεται από την οργάνωση του ΚΚΕ της Αλεξάνδρειας ύστερα από την άρνησή του να αποκηρύξει το μυθιστόρημά του. Αυτήν την εξορία από το ίδιο του το κόμμα δεν θα την ξεπερνούσε ποτέ και το 1963 εγκαθίσταται -με τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του- μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του, το 1980.

Προηγουμένως, για ακόμη μία φορά θα αγωνιζόταν, ενάντια αυτήν τη φορά, στη δικτατορία των συνταγματαρχών, αφού το 1969 εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στο Εθνικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο. Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας πρωτοστατεί στην έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» (1970), που εκφράζουν την αντίθεση του πνευματικού κόσμου στο καθεστώς. Στο διάστημα αυτό αρχίζει να γράφει τη «Χαμένη Ανοιξη», το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας, η οποία ξεκινώντας από το Ιουλιανό πραξικόπημα θα προχωρούσε στα χρόνια της τελευταίας δικτατορίας. Εδώ παρακολουθούμε τη μεθόδευση της αποστασίας από τις μυστικές υπηρεσίες και τον άνισο αγώνα για τη δημοκρατία, που θα κορυφωθεί με την πάνδημη κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα στο πρότυπο των «Ακυβέρνητων Πολιτειών», όπου οι ζωές των ηρώων επηρεάζονται καταλυτικά από την ανεξέλεγκτη ροή της Ιστορίας. Ομως, η «Χαμένη Ανοιξη» έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του σπουδαίου συγγραφέα, που, όπως υποδεικνύουν τα εξομολογητικά «Ημερολόγια της Τριλογίας» (1973), ήταν μέχρι τέλους διχασμένος ανάμεσα στο απόλυτο καθήκον της ιδεολογικής στράτευσης και στη γνήσια αγωνία να μην προδώσει, στο ελάχιστο, το νόημα της τέχνης του…

Ενα περίεργο γαμήλιο ταξίδι
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη, κόρη εκλεκτού γιατρού της παροικίας. Ομως, ακόμη και αυτό το γαμήλιο ταξίδι θα είναι μια πολιτική εμπειρία. Το νεαρό ζευγάρι περνά από τη μεταξική Ελλάδα, την Ιταλία του Μουσολίνι, την αιματοβαμμένη από τον δικτάτορα Ντόλφους Βιέννη, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου. Την ομορφιά των τόπων επισκιάζει το φάσμα του πολέμου, ενώ μαίνεται ο ισπανικός Εμφύλιος, που θα στοιχειώσει τον συγγραφέα. Το ταξίδι του μέλιτος έχει, λοιπόν, γεύση πικρή. Στο Παρίσι λαμβάνει μέρος στο Β’ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Εναντίον του Φασισμού. Εκεί συντάσσει και τον «Ορκο» στον δολοφονημένο Γκαρθία Λόρκα, που απαγγέλλεται από τον Αραγκόν και υπογράφεται από σαράντα ποιητές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ

Ξεφεύγοντας από τους χιτλερικούς
«Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Ελλην».

Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ενωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών.

Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια.

Κάναμε επαφή με αριστερούς εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο».

Στρατής Τσίρκας

πηγή Έθνος /Στρατής Τσίρκας-Ιδεολόγος με αιτία

Δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας…ξεχάστε με στη θάλασσα.


400976_333028923386472_1603298238_n
Θόδωρος Αγγελόπουλος  (1935-2012)
‘Ξεχάστε με στη θάλασσα’

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει ‘δικό μου είναι’
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.
—-
(ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982 λίγο πριν από την έναρξη συγγραφής του σεναρίου της ταινία ‘Ταξίδι στα Κύθηρα’)

 

Δεν υπάρχει τέλος. Δεν υπάρχει αρχή. Υπάρχει μόνο ένα ατέλειωτο πάθος για ζωή. Φ.Φ


«Tι είναι μια ταινία αρχικά; Μια υποψία, μια υπόθεση αφήγησης, σκιές ιδεών, ακαθόριστα συναισθήματα. Και όμως, σ’ εκείνο το πρώτο ανεπαίσθητο άγγιγμα, η ταινία μοιάζει ήδη να είναι ο εαυτός της, ολοκληρωμένη ζωτική, πάναγνη. O πειρασμός να την αφήσεις έτσι, σ’ αυτήν την άσπιλη διάσταση είναι πολύ μεγάλος. Όλα θα ήταν πιο απλά, και ποιος ξέρει, ίσως και πιο σωστά. Όμως όχι, η φιλοδοξία, η ανία, η κλίση, οι συμφωνίες, οι ρήτρες των συμβολαίων, σε υποχρεώνουν να τη γυρίσεις. Και να λοιπόν, η τελετουργία αρχίζει..»

fellini-shots

 (1920-1993)
Δεν θέλω να ξέρω τι είναι αυτό που με ξυπνά. Νοιώθω ευτυχισμένος ν΄ανοίγω τα μάτια μου μέσα στο σκοτάδι του δωματίου μου και να αισθάνομαι την ίδια παιδική και αδήμονη χαρά, με εκείνη που αισθανόμουν όταν ήμουν πιο νέος και περίμενα να σηκωθεί η αυλαία του θεάτρου ή να σβήσουν τα φώτα της αίθουσας και ν΄αρχίσει το αγαπημένο μου θέαμα.
Θέλω να ξυπνώ στο μέσο της νύχτας, Το εύχομαι πάντα προτού κοιμηθώ.
Δεν ξέρω γιατί μ΄ευχαριστεί. Πριν μερικά χρόνια θα σας έλεγα ίσως ότι αυτό μου άρεσε γιατί υπήρχε πάντα ένας θαυμάσιος κινηματογράφος. Πήγαινα στο κρεβάτι ευτυχισμένος γιατί είχα δει θαυμαστά πράγματα, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου μου.
Όντως προτού αποκοιμηθώ επισκεπτόμουν τον «τοπικό» κινηματογράφο μου.Φεντερίκο Φελίνι
***
PicMonkey Collage
***

Η αιωνιότητα είναι η θάλασσα που πηγαίνει μαζί με τον ήλιο, έτσι απλά την προσδιορίζουν οι τελευταίες φράσεις του σεναρίου στον τρελό Πιερρό του Γκοντάρ.
Με την ίδια απλότητα που οι ταινίες του Φελίνι προσφέρουν ακόμα συγκίνηση και διάθεση να αναζητήσουμε μέσα μας τη διαχρονική συνύπαρξη του ανάλαφρου με το τραγικό.

Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.


«Ν’αναζητάς την γνώση και την εμπειρία,

πετώντας μακριά,

ταξιδεύοντας πέρα από τον άνεμο και την βροχή,

στα πέρατα του μυαλού σου να ξαποσταίνεις

και πάλι ψηλά ν’ ανεβαίνεις ,

βάζε σκοπούς να πετυχαίνεις και σπάσε

τους περιορισμούς…»

Ο Ιδεολόγος της Ελευθερίας

’Και ποια είναι η πιο αψηλή εντολή; Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές-θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες – ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου… Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη’’.

Πρώτα βήματα

Χάνδακας 1883. Προσκυνητές των μεγάλων παθών τους όλοι οι Κρήτες απ’ άκρη εις άκρη του νησιού υπομένουν με στωικότητα τον Τούρκο κατακτητή. Χρόνια σκλαβιάς, ατίμωσης, υποταγής και σκληρότητας, με τον πόθο της λευτεριάς άσβεστο να σιγοκαίει στα σπλάχνα του υπερήφανου λαού της Κρήτης. Το όραμα της απελευθέρωσης ζωντανό, καθημερινή ανάγκη και στόχος ιερός για μια χούφτα ανθρώπους ξεχασμένους από την υπόλοιπη Ελλάδα και ηθελημένα άγνωστους για τις τότε μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη. Ανήμποροι πολιτικά αλλά ταυτόχρονα δυνατοί και ρωμαλέοι στην ψυχή τους, που αιώνες τώρα έχουν αποδείξει ότι είναι το εισιτήριο τους για τα πιο σπουδαία θαύματα της ανθρώπινης δεινότητας και θέλησης. Μέσα στην ασυγκράτητη φλόγα της επιθυμίας για απελευθέρωση και τις σχεδιαζόμενες επαναστατικές κινήσεις των Κρητών έρχεται στον κόσμο ο Νίκος Καζαντζάκης. Είναι 18 του Φλεβάρη, ημέρα Παρασκευή(των Ψυχών), γεγονός που ερμηνεύτηκε από τη μαμή ως σημάδι ότι ο Καζαντζάκης θα γινόταν Δεσπότης….

Ανησυχίες και απαντήσεις.

Μεγαλώνοντας σ’ ένα περιβάλλον αυστηρά θρησκευτικό, σχεδόν θρησκόληπτο, ταυτόχρονα όμως και υπερπατριωτικό, εμπνευσμένο από το όραμα της απελευθέρωσης της Κρήτης από τους Τούρκους ο Νίκος Καζαντζάκης οδηγήθηκε στον ιδεαλισμό κι έκανε στόχο της ζωής του την αναζήτηση της αλήθειας, όποιο κι αν θα ήταν το τίμημα. Η αναζήτηση κάποιου σκοπού, ενός νοήματος, απετέλεσε το κύριο μέλημά του, όταν οι άλλοι νέοι της ηλικίας του χαιρόντουσαν τη ζωή με το δικό τους νεανικό και ανέμελο τρόπο. Γράφει στο έργο του ‘’Βραχόκηπος’’:’’Ποιος είναι ο δρόμος για την εκπλήρωση του δικού μου του νόμου; Να διαταράξω την τάξη, να συντρίψω το πρωτόκολλο, να ξεστρατίσω από τους προγόνους. Να αλητεύσω στ’ απαγορευμένα, στις αγέρωχες κι επικίντυνες περιοχές του αβέβαιου. Να δέχουμε ατάραχος ακόμη περισσότερο: σαν ευλογία την κατάρα του πατέρα και της μάνας. Να έχω το θάρρος να είμαι μόνος’’….

Ο πατριωτισμός του Καζαντζάκη

Ο πατριωτισμός του Καζαντζάκη φάνηκε από πολύ νωρίς στη ζωή του, εγγίζοντας τα όρια της αυτοθυσίας, του υπερβάλλοντα ζήλου και της προσήλωσης στο ιδανικό της ελευθερίας. ‘’Δε χύνεται ποτέ άδικα το αίμα. Δεν το ‘χεις ακουστά πως ένας σπόρος είναι η λευτεριά, μα δεν ποτίζεται αυτός με νερό για να πιάσει, παρά με αίμα’’, δήλωνε με έμφαση. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον μπροστά στο διψασμένο βλέμμα του καθημερινά ορθωνόταν το παράστημα του πατέρα του ως πρότυπο σοβινισμού και παλικαριάς: όλη η ζωή και η σκέψη του συντονίζονται μ’ αυτήν την έμμονη ιδέα της σκλαβιάς της Κρήτης, με την οποία και αρνείται να συμβιβασθεί..

Το αποτύπωμα του Θεού

Στο Παρίσι ο Καζαντζάκης ‘’κοινώνησε’’ τη φιλοσοφία του Ουίλιαμ Τζαίημς, του Ανρί Μπερξόν και του Νίτσε. Από τον Τζαίημς έμαθε να απορρίπτει την ύπαρξη του δεδομένου και του τελεσίδικου στην καθημερινή μας ζωή και από τον Μπερξόν εμπνεύστηκε το όραμα του αγωνιζόμενου Θεού, την βαθύτερη επιδίωξη να γίνουμε οι άνθρωποι μέσα στην καθημερινότητά μας Σωτήρες του Θεού(Salvatores Dei), με την έννοια της προσωπικής μας λύτρωσης από δεσμά και πρέπει, από ανταμοιβές σε μια μεταθανάτια ζωή για όσα πράττουμε τώρα -‘’αγνάντεψε γύρα σου.Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει’’ έλεγε- αποδεσμεύουν το Δικό τους Θεό από δάφνες, στεφάνια και μετάλλια υπεροχής και τον αγγίζουν με τα αισθητήρια της ψυχής τους κάνοντάς τον σύμμαχο, συμπαραστάτη, συνοδοιπόρο στα δύσκολα και κακοτράχαλα μονοπάτια της ζωής τους. ‘’Οι άνθρωποι, ο καθένας χωριστά, λυτρώνουν το Θεό τους, γίνονται Σωτήρες του Θεού’’, έλεγε ο ίδιος ο Καζαντζάκης. Αυτή τη φιλοσοφική ενατένισή του συναντάμε στο έργο του με τον ομώνυμο τίτλο Salvatores Dei ή Ασκητική όπως τελικά κατέληξε να το ονομάσει. Ο Μπερξόν στάθηκε ίσως ο πιο σημαντικός δάσκαλος για τον Καζαντζάκη και από τον Νίτσε, στον οποίο μάλιστα αφιέρωσε τη διδακτορική του διατριβή-με τίτλο ‘’Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας’’-, καθώς φαίνεται ότι ολόκληρο το έργο του διαπνέεται από τον βιταλισμό του δασκάλου του αλλά και από τον ιδιότυπο θεϊσμό του ιδιαίτερα μετά τα μηνύματα που δέχεται μελετώντας Νίτσε. Ο Νίτσε μετέδωσε στον Καζαντζάκη την κοσμοθεωρία του για την ύπαρξη και την ενσάρκωση του Αντίχριστου, ενίσχυσε την προγενέστερη δυσπιστία του στη μεταθανάτια ζωή, έσπειρε την αμφιβολία στην νόηση και στην ψυχή του Έλληνα λογοτέχνη για το δικό του Θεό, εκείνον που διδάχθηκε από την πολυαγαπημένη του μητέρα στην τρυφερή ηλικία της παιδικότητας και τελικά τον έπεισε να αποδεχθεί από το τρίπτυχο της χριστιανικής διδασκαλίας ‘’Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη’’ μόνον την αγάπη.  [αυτό] είναι η αληθινή ελευθερία’’‘’Ο Νίτσε με δίδαξε…πως δεν πρέπει ποτέ να ‘χεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος…Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή,, σημείωνε με έμφαση ο ίδιος….

Η δύναμη της φιλίας

Τα πρόσωπα άλλωστε που έμειναν φίλοι πραγματικοί για τον Καζαντζάκη μέχρι το τέλος της πολυτάραχης ζωής του ήταν λίγα, διότι ο Καζαντζάκης ήταν ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος που έβρισκε ευχαρίστηση στην ακατάπαυτη εργασία, στον μόχθο και την ατέρμονη προσπάθεια. Απομονωνόταν για πολύ καιρό για ν’ αφιερωθεί στην πιο μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη συγγραφή και τη μελέτη. Αναφέρει χαρακτηριστικά σε κάποιο από τα έργα του:’’Μια από τις πιο νόμιμες χαρές του ανθρώπου είναι, θαρρώ, να μοχτάει και να βλέπει πως ο μόχτος του φέρνει καρπό’’….

Οι γυναίκες

Εξίσου σημαντικό ρόλο με τους φίλους διαδραμάτισαν και οι γυναίκες στη ζωή του Έλληνα λογοτέχνη, παρά τις κακόβουλες επικρίσεις που δέχθηκε περί της υποτιθέμενης σεξουαλικής του ανικανότητας σε προσπάθεια των αντιπάλων του να δικαιολογήσουν με βλοσυρό και άνανδρο τρόπο την ατεκνία του. Η πρώτη γυναίκα που μπήκε στη ζωή του ήταν η συμπατριώτισσά του Γαλάτεια Αλεξίου, με την οποία συνδέθηκε ερωτικά στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και έμεινε μαζί της για είκοσι περίπου χρόνια. Μετά από έναν χρόνο συμβίωσης παντρεύτηκαν το 1911 στο νεκροταφειακό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο. Δυστυχώς, ο γάμος τους δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένος, ίσως διότι ο νεαρός τότε Καζαντζάκης βρισκόταν στα πιο γόνιμα χρόνια της εσωτερικής του αναζήτησης και να έβλεπε το γάμο σαν μια δέσμευση που του στερούσε το πολύτιμο για τη ζωή του οξυγόνο, την αχαλίνωτη περιπλάνηση στα μονοπάτια του αβέβαιου της ανθρώπινης ζωής…..

Η πολιτική ταυτότητα ενός ανήσυχου πνεύματος

Αν κάποιος προσπαθήσει να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του Καζαντζάκη παραλείποντας να αναφερθεί στην πολιτική του οντότητα ως λογοτέχνη αλλά και στην πολιτική του σταδιοδρομία ως ανθρώπου, τότε σίγουρα θα έχει αποτυχεί, διότι ο Καζαντζάκης ήταν μια βαθύτατα πολιτική ύπαρξη που χάραξε μια εξέχουσα πορεία στην ιστορία των πολιτικών θεσμών της Ελλάδας. Μπροστά στα μάτια του αποθεώνεται το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας, εμπνευστής του οποίου είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος και παίρνει σάρκα και οστά ο πόθος για το ‘’Μεγάλο Ξημέρωμα’’ όπως χαρακτηρίζει τη Μεγάλη Ιδέα. Ο Καζαντζάκης τρέφει αισθήματα θαυμασμού για το Βενιζέλο, τον οποίο είχε την ευκαιρία να ζήσει από κοντά όταν υπηρετούσε στο ιδιαίτερο γραφείο του ως εθελοντής στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Τον θεωρούσε ικανό και άξιο να πραγματώσει το μεγάλο ιδεώδες. Δε θα υπηρετούσε άλλωστε στην κυβέρνησή του το 1919 ως Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Περιθάλψεως ούτε θα αναλάμβανε τη βαριά ευθύνη να μεταφέρει τους Έλληνες του Καυκάσου στη χώρα μας. Μετά τον όλεθρο της Μικρασιατικής Καταστροφής ο Καζαντζάκης θρηνεί στα συντρίμμια της λαβωμένης αξιοπρέπειας των Ελλήνων και απογοητευμένος καθώς είναι ρίχνει τις ευθύνες στο Βενιζέλο. Το 1922 μυείται στον Σοσιαλισμό και δύο χρόνια αργότερα, το 1924, ιδρύει την πρώτη ‘’Πολιτική Σοσιαλιστική Ομάδα’’ στο Ηράκλειο και κάνει έμβλημα της δράσης του το τρίπτυχο της πολιτικής του φιλοσοφίας: Ελευθερία – Δημοκρατία – Σοσιαλισμός. Συλλαμβάνεται, όμως, ως κομμουνιστής λόγω του γενικότερου αναβρασμού που επικρατεί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ακολουθεί από το 1929 κι εξής μια περίοδος πολιτικού αποπροσανατολισμού για τον Καζαντζάκη μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που βιώνει έντονα έναν ώριμο εθνικισμό κατά τον πολιτικό συγγραφέαBien…..

Ταξιδιώτης του πνεύματος

Ο Καζαντζάκης υπηρέτησε πολλούς χώρους εξίσου επάξια και με την ίδια αγάπη και αφοσίωση. Δεν ήταν μόνον ένας λαμπρός συγγραφέας και ποιητής, ένας οξυδερκής πολιτικός, ένας τιμητής του πνεύματος αλλά κι ένας σημαντικός δημοσιογράφος, καθώς εργάστηκε μεταξύ 1924 και 1937 ως ανταποκριτής μεγάλων εφημερίδων της εποχής. Δεν οδηγήθηκε στην ενασχόληση με τη δημοσιογραφία ωθούμενος μόνον από βιοποριστικούς λόγους-διότι η αφοσίωση του στη πνευματική παραγωγή απαιτούσε να ‘χει εξασφαλίσει πρωτύτερα τα δέοντα προς το ζην-  αλλά από την πολύ πιο ουσιαστική ανάγκη του να πραγματώνει τον πολυπράγμονα και πολυδιάστατο εαυτό του, να βρίσκει διεξόδους έκφρασης στη δημιουργικότητά του, να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες. Είναι, βέβαια, αλήθεια πως η αμοιβή του δεν ήταν σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς γενναιόδωρη και αντίστοιχη της εμβέλειας της προσωπικότητας και των ικανοτήτων του, αλλά του εξασφάλιζε παράλληλα με άλλες δραστηριότητές του, όπως η συγγραφή σχολικών εγχειριδίων και λεξικών ή οι μεταφράσεις, μια αξιοπρεπή διαβίωση. Σταθμοί στη δημοσιογραφική καρριέρα του στάθηκαν αφενός οι ταξιδιωτικές του περιηγήσεις που δημοσίευε σε μεγάλες εφημερίδες, όπως η Καθημερινή και ο Ελεύθερος Λόγος, αφετέρου οι συνεντεύξεις που πήρε από εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής του, αν και κατηγορήθηκε από τους επικριτές του, γιατί το εστιακό πεδίο τους ήταν η πολιτική σε ιδιαίτερα ταραγμένες ιστορικοπολιτικά περιόδους. Πιο συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1926 πήρε συνέντευξη από τον Ισπανό δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα και τον Οκτώβριο του ίδιου του χρόνου από τον Μουσολίνι στην Ρώμη. Δέκα χρόνια αργότερα, ως πολεμικός ανταποκριτής πια συναντά και παίρνει συνέντευξη από τους Φράνκο και Ουναμούνο….

Ποιος ήταν τελικά ο Νίκος Καζαντζάκης;

Ο Μιχάλης και η Μαριγώ Καζαντζάκη ‘’πρόλαβαν’’ πριν πεθάνουν να πληροφορηθούν ότι ο γιος τους ήταν αναρχικός, κομμουνιστής, άθεος, μηδενιστής, που όταν έφτανε για επίσκεψη στην Κρήτη πρώτο μέλημα της αστυνομίας ήταν να τον καλεί και να του κάνει συστάσεις, για να μη δημιουργήσει κι εκεί προβλήματα. Μάλιστα σε μια από τις επισκέψεις του στην Κρήτη του ζήτησαν να κάνει και γραπτή δήλωση για την ως τότε δράση του και να εκθέσει τα κοινωνικά του φρονήματα. Το μόνο που ποθούσε βαθιά μες την ψυχή του ο Καζαντζάκης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αυτό που έγραφε στο φίλο του Δημήτριο Καλογερόπουλο το 1908 από το Παρίσι: ‘’Θέλω να σχηματίσω μια ατομική, δική μου αντίληψη της ζωής, μια θεωρία του κόσμου και του προορισμού τ’ ανθρώπου και σύμφωνα μ’ αυτήν, συστηματικά και με ορισμένο τρόπο και πρόγραμμα, να γράφω ό,τι γράφω’’. Γι’ αυτό ο Καζαντζάκης έγινε πολίτης του κόσμου. Δεν τον χωρούσε ο τόπος, όπου κι αν πήγαινε. Έψαχνε, αναζητούσε, δεν ησύχαζε ποτέ. Κέρδισε επάξια τον τίτλο του cosmopolitism universalis, ποτέ όμως δεν αποποιήθηκε την ταυτότητα του Έλληνα, κυρίως δε του Κρητικού. Λέγεται ότι σ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν ταξίδευε, κρατούσε πάντα μια χούφτα χώμα από τη γη που τον γέννησε.‘’Όπου παώ κρατώ πάντα ανάμεσα στα δόντια μου σα φύλλο δάφνης την Ελλάδα’’, έλεγε με υπερηφάνεια.

Ο Νίκος Καζαντζάκης προτίμησε τον άχαρο και μη αποδεκτό ρόλο του αιώνιου αναζητητή και στοχαστή× αποδέχτηκε τις συνέπειες επιφυλάσσοντας στον εαυτό του μια προμηθεϊκά απάνθρωπη μεταχείριση, σαν ισοβίτης σε μια φυλακή δικής του επινόησης, με αόρατα δεσμά. Μοναχικός και κάποιες φορές εξαιρετικά ενδοστρεφής. Πικραμένος από την απόρριψη όσων εθελοτυφλούσαν  μπροστά στο εξαίρετο έργο ενός λαμπρού επιστήμονα, τιμητή του πνεύματος, λάτρη της αναζήτησης της αλήθειας, σπουδαίο άνθρωπο,  κήρυκα της ελευθερίας….

Από Μαρία Γαλανού