Οι Εχθροί της άνοιξης


648b69705dac6ee77d32b3536deb33cb_L

Έρχεται φέτος κουρασμένη η Άνοιξη/(να) κουβαλάει τόσα χρόνια τα λουλούδια πάνω της. /Σκοτεινοί άνθρωποι/στις γωνιές την παραμονεύουν  για να την τσακίσουν./Αυτή όμως με κρότο/ανάβει ένα-ένα τα λουλούδια της/στα μάτια τους τα ρίχνει (για) να τους στραβώσει.

Μίλτος Σαχτούρης

Advertisements

Το όνομά μου είναι αγάπη μου.


img_6941

διαδρομές και τελετές ενηλικίωσης- για ανθρώπους που ποτέ δεν θέλησαν να ενηλικιωθούν σε

έναν κόσμο που το μόνο που ξέρει είναι να αφαιρεί.

το παιχνίδι, όπου στο τέλος νικητές και χαμένοι ξαναμοιράζονται σε ομάδες

αυτο λείπει- το παιχνίδι. κι αυτό ψάχνεις, για αυτό ξεψυχάς μέσα σε τόνους μπετόν

μέσα σε δάση από κορμιά ενηλικίωσης

γερνάς αναπάντεχα, ανελέητα- χωρίς ήλιο

και ζητάς από τον έρωτα να σου ξορκίσει το θάνατο

αυτόν που επαναλαμβάνεις κάθε μέρα τελετουργικά

μέχρι να ριζώσει στο βλέμμα σου

αυτή η μελαγχολία, η ασυνέπεια χαράς- το τρίτο ποτήρι αλκοόλ, το δέκατο τρίτο τραγούδι

το έλα πάμε από την αρχή

πόσο πρέπει να μοχθήσεις για μια ακόμα αρχή

πόσο πρέπει να βασανιστείς για να μηδενίσεις

όλοι φοβούνται

κι εσύ κι ο διπλανός σου

φωλιές καταπολέμησης του πόνου, του φόβου

εστίες αντίστασης σαν κύτταρα του ανοσοποιητικού

η αλήθεια έχει το πρόσωπό μας

μετά από ξενύχτι

η αλήθεια έχει το όνομά μας

αυτό που ξεχάσαμε να προφέρουμε μετά από τόσα επίθετα

τίτλους κοινωνικής καταξίωσης και πρόσημα αναρρίχησης σε αξιακές κλίμακες

το όνομά μου είναι αγάπη μου

από χείλη αγαπημένα

όλοι μα όλοι έχουμε το ίδιο όνομα

ενα κοινό παρονομαστή που μηδενίζει

για να απειρίσει η ύπαρξη

Άννα Νιαράκη

Προσωπικό.


Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

DSC_0771-1-@=1

Γκανάς Μιχάλης

Πάρε την λέξη μου. Δώσε μου το χέρι σου.(δις)


ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣΣτη Μάτση

Ήσουν σαν μια σιγή που την διαπερνά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγανε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς. Στο γήπεδο της συναντήσεως μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον, αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’  τις ελπίδες σου, όπως μένεις μέσα στα βλέφαρα μου, όταν κοιμάμαι.

Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και για σένα. Ωστόσο τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε και βγήκες εσύ, γιομάτη οριστική και με βελούδο που άφησε ημίγυμνο το στήθος σου. Για αυτό, τούτο το γήπεδο δεν θα το λησμονήσω ποτέ· θα το αγοράσω, και ποτέ δεν θα το πουλήσω.

Γι’ αυτό θα σου πω πως είμαι σαν μια πέτρα που την κρατάς εσύ στο χέρι σου. Πέτρα θερμή, παλλόμενη με κάθε καρδιοχτύπι μου, μεσ’  την ηδύτητα της αφής σου. Όταν ξυπνήσουν μέσα της οι αναμνήσεις άλλων ετών, θα φανούν και στους δυο μας, σαν απολιθωμένα χρονικά της ιστορίας, γιατί και οι πέτρες έχουν την ιστορία τους, όπως και η πέτρα που θα κρατάς εσύ στο χέρι σου. Γι’ αυτό, τούτο το γήπεδον δεν θα το πουλήσω, μα θα το κρατώ μ’ όλες τις πέτρες του, με όλα τα πετράδια, με όλα του τα στολίδια, και ας ψάχνουν οι άλλοι να βρουν ό,τι γυρεύουνε μέσα στη λύδια λίθο τους.

Οι μηχανές και τα δρεπάνια του κτήματος μας δεν ηγοράσθηκαν εισέτι. Άλλα τούτο δεν σημαίνει, αγάπη μου, πως το σιτάρι μας, δεν θα θεριστή. Θα θεριστή μια μέρα, και οι δρέποντες τους καρπούς θα μαστε πάλι εμείς, χιλιάκις εμείς, με τα χέρια μας απλωμένα επάνω από τους κάμπους μας και επάνω από τις πεδιάδες των παιδιών μας. Ένα παιδί μπορεί να σκύβη κάποτε μέσα στα στάχυα, για να βρη ένα κουμπί η μια χρυσόμυγα απαστράπτουσα, μα αυτό δεν σημαίνει ότι το σιτάρι μας θα μείνει άκοπο.

Τίποτα δεν είναι πιο χαρίεν, από τα βήματα των παιδιών που μεγαλώνουν. Τίποτα δεν είναι πιο σαφές, από τα βήματα των όντων που ενηλικιώθηκαν. Τίποτε πιο ωραίο, από την ανάτασι των οφθαλμών και των βραχιόνων ανθρώπων, που, βγάζοντας τα υποκάμισα των, λυτρώνουν τους πόθους των κορμιών των. Και οι πιο ασήμαντες κινήσεις των μπορούν να καρποφορήσουν.

Μπορούν να γίνουν εργαστήρια με πρασιές και ανθούς, μέσα στο μένος των αγρών. Αγάπη μου, είπα εργαστήρια. Τα εργαστήρια αυτά θα ναι δικά μας και θα ναι φωτεινά ιδρύματα, ρόδινα στην όψι τους και ορθοστήλωτα στον βομβό τους, κάθε φορά που θα περνάμε εμείς εμπρός απ’ τα κατώφλια τους, ως ερμηνευταί της λειτουργίας των, ή ως θερισταί του πέριξ σίτου, του σίτου που αναθρώσκει από τη γή, όπως αναπηδούν ορμέφυτες κραυγές από τα στόματα πλασμάτων που φρυάττουν.

Αγάπη μου, σ’ αγαπώ, και θα ναι το ταξίδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων.

Αντρέας Εμπειρίκος.

Το ποίημα αυτό το έγραψε ο Εμπειρίκος για την πρώτη σύζυγό του, ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου. Η Μάτση Χατζηλαζάρου, του απάντησε 40 χρόνια μετά…

mqdefault
Αντίστροφη Αφιέρωση.

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω   το απόγεμα είπες    τριάντα χρόνια σε περίμενα    κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»    μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου    το σώμα είναι χώμα    διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα    πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα    θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί    στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια   τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα    ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες    πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω    έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου    πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα   θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου    μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου   αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω    θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά    και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά   θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών    θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων    θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν    θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»    θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο    θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις    να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες    να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα    μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε

θα’ θελα    μα πόσο θα’ θελα    ναι θα’ θελα    αμέσως    τώρα τώρα

θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως

έμαθα στο Παρίσι

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς

εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα

σ’ ερωτεύω

σε ζηλεύω

σε γιασεμί

σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο

με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ

με κεντρίζεις μεταξένια    άσπρο μου κουκούλι

με κοιτάζεις    πολύ προσεκτικά

tu m’ abysses

tu m’ oasis

je te gougouch

je me tombeau bientôt

εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti

σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις

σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα

εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς

σε μίσχος

σε φόρμιγξ

με φλοισβίζεις

σε ζαργάνα     α μ’ αρέσει

δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω

απ’ τον άλλο    όταν σταματήσουν    η περίπτυξή τους είναι το μονό-

γραμμά σου

tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire

je te Wellingtonia

je t’ocarina

εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο

εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος

σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε

εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα

σ’ έχω μαύρο λιοντάρι

σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό

εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω

εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello

εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-

λούλουδου

εσύ κένταυρου ζέση

εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία

je te ouf quelle chaleur

tu m’ accèdes partout    presque

je te glycine

εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει

εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν    έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει

και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ

εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο    έτσι δεν είναι πες

εσύ σελίδα μου

εσύ μολύβι μου    ερμηνευτή μου

σε ανοίγω συρτάρια

πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές

σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα

δίχως τέλος λυπάμαι

σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου

σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε

σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια

σε ακούω από δω από κει

σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα

σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε

όλα δεν τα’ χω πει

ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

Μάτση Χατζηλαζάρου

Η Αντίστροφη αφιέρωση είναι το τελευταίο ποίημα της Μάτση Χατζηλαζάρου, γραμμένο στις 7 Φεβρουαρίου 1985 και είναι η απάντηση της – 40 χρόνια αργότερα – στο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου,

 

(Απλώς) Διασταυρώσεις βροχής.


rain9
Κι όπως έβρεχε ασταμάτητα
Όλη νύχτα ίδιος σκοπός
Άνοιξα το σώμα σου
Για να ζεσταθώ
Μπήκα
Όμως εκεί
Έβρεχε περισσότερο
ΣΣ
Ο καθένας με την ομπρέλα του.
Όμως εγώ
δεν μπορώ
χωρίς
τη βροχή σου.
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Κάνει τόσο σκοτάδι εδώ
Ή απλώς εγώ
Έχω ξεχάσει
Να ανάψω την ομπρέλα μου;
ΣΣ
Ah, the last time we saw you you looked so much older
Your famous blue raincoat was torn at the shoulder
LEONARD COHEN
***
Σταύρος Σταυρόπουλος

Ο Άγγλος Ζωγράφος και ποιητής Dante Gabriel Rosseti γράφει με το χέρι μου ένα ποίημα


l

Ἄκου!
Σοῦ ἔλεγα τότε τὴν ἀλήθεια
τὴν ἤξερα τότε τὴν ἀλήθεια

– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες
τὰ πουλιὰ φυτρώνουν
τὰ γουρούνια πετᾶνε
τὰ λουλούδια περπατᾶνε
οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλὶ
ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι
σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι
ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλὶ

κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα ἐγὼ βλέπω τὸ φεγγάρι
αὐτὸ τὸ σπασμένο σπαστικὸ
παιδὶ
ποὺ ὁ Ἰούλιος Βὲρν
ἔλεγε κάποτε:
– Οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸ κατοικήσουν
βλέπω
αὐτὸ τὸ μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
ποὺ ρίχνουν κάθε μέρα μὲ κρότο
πάνω του πρόκες
κι ἐπιμένουνε
νὰ τ᾿ ὀνομάζουν

ΓΗ

ἴσως νὰ εἶχες δίκιο τότε

γι᾿ αὐτὸ μπόρεσες καὶ ἔζησες
γι᾿ αὐτὸ μπόρεσα καὶ ἔζησα

ΑΥΓΗ

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Maybe


Ίσως τα σημάδια να χάσκουν
Και τα λιθάρια της ζωής να θρυμματίζονται
Μπρος το απρόβλεπτο.
Ίσως η ανθρώπινη φύση
Να είναι το απρόβλεπτο
Με κατάληξη το πιθανό.
Ίσως, λέω, γιατί το βέβαιο
Πιθανόν να είναι η συνωμοσία
Των ενδεχομένων
Και τα ενδεχόμενα η δυσπιστία
Του εφικτού στο μοναδικό.
Και αν σε όλα αυτά
Δεν έχουμε τίποτα να αντιτείνουμε
Είναι κρίμα,
Γιατί διαμέσου αυτής της αδυναμίας
Θα καταλήξουμε στον αφανισμό.
Αν αντίθετα έχουμε κάτι
Είναι προτιμότερο να σιγήσουμε
Και να κινήσουμε

Γιάννης Σμίχελης