«Χρώματα»


«κάθε βράδυ γυρίζοντας θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες να μην κλαιν που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου»

«τα χέρια μας τα χέρια μας

μ’ όλα τα μάνταλα ανοιχτά

κι ερημιές να σβήνουν

κει που όρμοι των χειλιών

αγκυροβόλι πιάνουν

να’ ρθεις εκείνο το ξημέρωμα στο λόφο της γιορτής

με τ’ Αγρώνια ποτήρια κόκκινα

γεμάτα

γεφύρια παραδείσου με τα νυφιάτικα τραγούδια

να σε κυλάν από χαρά σ’ άλλη χαρά

κι από γιορτή στου πόθου τις ορμήνειες

λινά ολόγυρα κορμιά

χνούδι σε στάχυ

μέσα ο καρπός

μικρή – μικρή εγώ στα χέρια σου

μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας»

——–

«τα μάτια μας τα μάτια μας

βροχή απ’ τον αποσπερίτη

στα μάγουλα κουρνιάζουν αμμουδιές

ποτέ πάλι δεν θα σε ντύσουν χέρια

με τις γραμμώσεις των φλεβών γονατισμένα λάγγεμα

ποτέ πάλι ποτέ μ’ ώμο γυμνό

το πορφυρό σου στέρνο δεν θα δεθεί των κίτρων τα μυρωδικά

σαν έλεγες σε άκουα σαν έγραφες σε σπούδαζα

σαν έκλαιες σε ξάνοιγα στην πέτρα τη λευκή

ως να λιαστεί διάφανη ψυχή αυγινή διάρκεια

στο γήλοφο του στήθους μου έχω ένα ραγισμένο όνομα

ένα κρουστό ιμάτιο απ’ την Ηώ θηκάρι

μα γίνομαι αλήθεια

με λέξεις σχεδόν ελλειπτικές

σαν της ελιάς την κοίτη

είμαι μονάχα το δικό σου όνομα με τις χίλιες ελεύθερες λέξεις

η παραμάνα στους θηλασμούς

το νανούρισμα που εξιλεώνει το σκοτάδι

η μεστή γη που νανουρίζει τον κάματο σου

τα μάτια του αετού σαν έρχονται βαριές σκιές τη νύχτα μυροφόρες

κι η θάλασσα που κλείνει τις πλάνες σου στη μήτρα του βυθού της

μικρή – μικρή εγώ στα μάτια σου

μεγάλωσα»

(ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ-Ελένη Νανοπούλου)

Advertisements

Χαμήλωσε…


Χαμήλωσε
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε.

Μη σφίγγεις
Τα χρώματα, πολύ μη σφίγγεις μεσ’ στη χούφτα σου
Δε βλέπεις που το κόκκινο
Θέλει να δραπετεύσει ?

Ξεκρέμασε
Τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους ξεκρέμασε
Και τη σκουριά των καραβιών
Γύρω απ’ το λαιμό σου

Και πήγαινε
Και πήγαινε ανάμεσά τους κατάλευκος
Με το πουκάμισό σου ανοιγμένο

Χαμήλωσε
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια

Χαμήλωσε

(Αντώνης Κολύβας)

Με ένα τραγούδι καληνυχτώ Σας!


Μου λες κουράστηκες δεν θες να περιμένεις
Είκοσι χρόνια το ίδιο φόρεμα να υφαίνεις
Και ‘γω που γύρισα τον κόσμο δίχως χάρτη
Άκου τι έμαθα δεμένος στο κατάρτι
Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι
Μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη
Σε σένα πάντα θα γυρνώ κι αν δεν σου φτάνει
Καράβι γίνε να γενώ εγώ λιμάνι
Να δούμε μάτια μου στο τέλος ποίος θ’ αντέξει
Και ποίος καλύτερα το ρόλο του θα παίξει
Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι
Μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη
Κι όσα δεν έγιναν μην τρέχεις να προλάβεις
Αφού δεν μπόρεσες ποτέ να καταλάβεις
Πως ήσουν πάντα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος
Εσύ η ασπίδα μου το τόξο και το βέλος

Πάνω στο σκοινί


Θα ξανανεβώ
πάνω στο σκοινί
πάνω στο σκοινί
το τεντωμένο.

κι έχω μυστικό
είναι μυστικό
το ίδιο λάθος πάντα
πώς το καταφέρνω

Κι έτσι ξαφνικά
θα βρεθώ μεμιάς
κάτω απ το σκοινί
στο χώμα τσακισμένος

Μην ενοχλείστε, κύριοι!
είναι ευχαρίστησή μου
κάθε βραδιά εδώ, μπροστά σας, να πεθαίνω
Μην ενοχλείστε, κύριοι!
είναι ευχαρίστησή μου
κάθε βραδιά εδώ,
μπροστά σας, να πεθαίνω

(Γιάννης Αγγελάκας)

Τα τραγούδια που ΄χω γράψει


Τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι
μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά,
μήπως έρθουν μια στιγμή που περπατάμε
και το σώμα ξεσκεπάσουν, που πεινά.

Τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι,
μήπως φαίνεσαι εκεί μέσα κι εκτεθείς,
μήπως ξέφυγε μια λέξη όπως μιλάμε
και αλλιώς την ερμηνεύσει ο καθείς,
τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι,
μήπως φαίνεσαι εκεί μέσα κι εκτεθείς.

Η αγάπη είναι στιλέτο, μην το παίζεις,
μ’ ένα τίποτα μπορεί να καρφωθείς,
κι ένα άγγιγμα δεν το μεταμφιέζεις
σαν την πράξη που δεν έχει εξοφληθεί.

Τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι,
μήπως φαίνεσαι εκεί μέσα κι εκτεθείς,
μήπως ξέφυγε μια λέξη όπως μιλάμε
και αλλιώς την ερμηνεύσει ο καθείς,
τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι,
μήπως φαίνεσαι εκεί μέσα κι εκτεθείς.

Μάνος Ελευθερίου

Τελευταίο ποτό με το διάβολο


Σου στέλνω αυτό το γράμμα βγαλμένο
Απ΄τα πιο σκοτεινά υλικά του θανάτου της ψυχής μου.
Το σώμα μου, ένα κοχύλι που κάποτε μέσα του πλάγιαζες
Αργει τώρα, κάτω από βρώμικα σεντόνια
Αποζητώντας τα μέλη του στ΄απομεινάρια μιας θυσίας.
Οι μέρες εδώ κυλούν σαν μικρά πεπρωμένα του τίποτα
Που κατεργάζονται την εκμηδένιση μου
Θρυμματίζουν όλα μου τα αστρα
Και μ’αποδίδουν ξανά στο κενό διάστημα
Στα ερωτηματικά και τους τρόμους
Στα γράφω όλα αυτά , αυτή τη νύχτα
Καθώς πίνω το τελευταίο μου ποτό με το Διάβολο
Και φυσάει μι’αργόσυρτη βροχή
Φορτωμένη μ’ αναμνήσεις κι αποχαιρετισμούς
Και την ανία της ζωής χωρίς εσένα

Τώρα ξέρεις γιατί δεν απαντώ
Ξέρεις το τίμημα που πληρώνω