To the Lighthouse


Ο φάρος τότε ήταν ένας ασημένιος, καταχνιαμένος πύργος, μ’ένα κίτρινο μάτι που άνοιγε ξαφνικά κι αθόρυβα το βράδυ. Τώρα, ο Τζέημς κόιταξε το φάρο. Έβλεπε τα ξασπρισμένα βράχια, τον πύργο ορθό κι αλύγιστο. Έβλεπε πως είχε ρίγες, μαύρες κι άσπρες. Έβλεπε τα παράθυρα, μπορούσε να δει ακόμη και τα πλυμένα ρούχα, απλωμένα στα βράχια να στεγνώσουν. Ώστε αυτός ήταν ο φάρος , έ;
Όχι, το άλλο ήταν ο φάρος. Γιατί τίποτα δεν είναι ένα και μόνο πράγμα. Και το άλλο ήταν ο φάρος. Μερικές φορές μόλις και τον έβλεπες στο βάθος του κόλπου. Το απόγευμα, κοίταζες κατά κει κι έβλεπες το μάτι ν’ανοιγοκλείνει και το φως σα να τους έφτανε σε κείνο το ανοιχτό, φωτεινό κήπο όπου καθόταν.

Virginia Woolf

tumblr_lngeflxaFs1qzt8u9o1_1280

Advertisements

Το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο


Ας τιναχθεί κι ας αφρίσει αποκάτου απ’ την καρένα η θάλασσα! Το τρελό το καράβι πηδάει, από κύμα σε κύμα. Ο καπετάνιος, προσεκτικός στις ετοιμασίες του ταξιδιού, προστάζει τους σιωπηλούς και πρόθυμους ναύτες.

Ο πιο νιος απ΄ όλους επήρε ένα κιουπάκι γεμάτο από παλιό και καλό κρασί, το σήκωσε, το ακούμπησε απάνου στον μπάγκο. Και κάθε ένας από τους ταξιδιώτες πίνει με τη σειρά του το ποτηράκι του, αφού πρωτύτερ’ αποκριθεί μ΄ ένα στίχο που τον παίρνει ο άνεμος, στην ερώτηση που του κάνουν όλων των ταξιδιωτών οι φωνές τριγύρω :

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

Από πού έρχεται το καράβι, και πού πάει τάχα;

Τι μας μέλει; Του πιθαριού του το κρασί είναι γερό.

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

– Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είναι η αγάπη μου, λέει ένας σπουδαστής, ίσα με είκοσι χρόνων. Ο έρωτας είναι η μόνη ευτυχία.

– Η ευτυχία είναι εις τον πόλεμο, πετάγεται ένας στρατιώτης. Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είν’ ένας καβαλάρης, που χύνεται με το σπαθί στο χέρι.

– Όσο έχω ΄γώ μια κασίτσα γεμάτη και καλά φυλαγμένη… λέει ο φιλάργυρος.

Και ο γεωργός απαντάει : – Είν΄ άλλο τίποτα ομορφότερο, από ένα χωράφι, χρυσωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με στάχια;

Αλλά ο ποιητής ορθωμένος : – Με τη δάφνη η Ομορφιά στεφανώνεται. Τι ωραιότερο από τη δάφνη; Μα τον Απόλλωνα! Πού ακούστηκε πως η ευτυχία βρίσκετ’ αλλού παρά εις τη σκέψη;…

Μα ο μουσικός την ίδια την ώρα : – Τι τη θες τη σκέψη; Ένιωσες ποτέ σου τι λέει τ’ αηδόνι; Τ’ ακούς μοναχά, κι αυτό φτάνει.

Και ο ζωγράφος με πείσμα : – Η Ομορφιά δεν βρίσκεται σε ήχους και λόγια. Η Ομορφιά είναι εικόνα.

Μα κι ο φιλόσοφος, αγριεμένος : – Τι λέτε; τους κραίνει. Η Ομορφιά είναι η Αλήθεια.

– Είναι η Επιτυχία! φωνάζει με χειρονομίες ένας πολιτευόμενος, που πήγαινε στην πατρίδα του να βάλει κάλπη.

– Μωρέ, καλά λες! του κάνει αμέσως ο τυχοδιώκτης· η Ομορφιά είναι μια νταρντάνα με όξω τα στήθια, που κρατάει τα χαρτιά τού τυχερού τζογαδόρου.

– Ώ! μουρμουρίζει σιγά – σιγά κι ένας έμπορος, τι άσχημο που είναι να παίζεις. Να λογαριάζεις, μάλιστα, να πράγμα!

Μα κι ένας παπάς, κάνοντας το σταυρό του : – Ώ αδελφοί μου, τι καλύτερο από την πίστη, τι ομορφότερο από την προσευχή;…

Αλλά έξαφνα : – Κατάρα, εμούγγρισε ο καπετάνιος, και οι τραγουδιστάδες σιωπήσαν αμέσως τρομαγμένοι. Κατάρα!… Σκάστε, να πάρ’ ο διάβολος… Σφίχτε το πανί!…

Γιατί η θάλασσα είχεν αγριέψει, και για το ναυτικό, η Ομορφιά γελάει στου καραβιού του την πρύμη, όταν, ύστερ’ απ’ την καταιγίδα μπαίνει καμαρωτό στο λιμάνι.

Και την ίδια στιγμή, μια παρέα χαρούμενα σκυλόψαρα, ακολουθούσαν τ’ αυλάκι που χάραζε στα κύματα το πλοίο, κι εκουβέντιαζαν, κι έλεγαν αναμεταξύ τους :

– Το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο, είναι ένα καράβι που πάει να βουλιάξει στο φούντο, γεμάτο από ταξιδιώτες…

 

1868-1916

Ο Μιχαήλ Μητσάκης υπήρξε πέρα από πολυγραφότατος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, ένας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας με ανησυχίες που τάραξαν την ψυχική του γαλήνη.

http://www.e-alexandria.gr/Writerdesc.asp?ID=48&FTXT=1

Σήμερα θα γίνω κύριος των συναισθημάτων μου


Και πως θα κυριαρχήσω στα συναισθήματα μου έτσι ώστε κάθε μέρα να είναι μια ευτυχισμένη και παραγωγική μέρα;

θα μάθω αυτή την αιώνια αλήθεια: «Αδύναμος εκείνος που επιτρέπει στις σκέψεις του να κυβερνούν τις πράξεις του. Δυνατός είναι εκείνος που αναγκάζει τις πράξεις του να κυβερνούν τις σκέψεις του». Κάθε μέρα, όταν ξυπνήσω, θα ακολουθώ αυτό το σχέδιο μάχης πριν καταληφθώ από τις δυνάμεις της κατάθλιψης, της αυτολύπησης και της αποτυχίας.

Αν νιώθω θλιμμένος, θα τραγουδάω.

Αν νιώθω μελαγχολικός, θα γελάω.

Αν νιώθω άρρωστος, θα διπλασιάσω τις προσπάθειες μου.

Αν νιώθω φόβο, θα προχωράω μπροστά.

Αν νιώθω κατωτερότητα, θα φορέσω καινούρια ρούχα.

Αν νιώθω έλλειψη αυτοπεποίθησης, θα ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου.

Αν νιώθω φτωχός, θα σκέφτομαι τα πλούτη που θα έρθουν.

Αν νιώθω ανίκανος, θα θυμάμαι τις παλιές μου επιτυχίες.

Αν νιώθω τιποτένιος, θα θυμάμαι τους στόχους μου.

Σήμερα θα γίνω κύριος των συναισθημάτων μου.

-Ο Μεγαλύτερος ΠΩΛΗΤΗΣ Στον Κόσμο-

OG  MANDINO

«…Ο καθένας από μας είναι πωλητής, ανεξάρτητα από το επάγγελμά μας. Πρώτα πρώτα πρέπει να πουλήσει κανείς τον εαυτό του, για να βρει την προσωπική ευτυχία και ψυχική γαλήνη. Αυτό το βιβλίο αν διαβαστεί προσεκτικά κι αφομοιωθεί, μπορεί να βοηθήσει τον καθένα μας να γίνει ο καλύτερος πωλητής του εαυτού του».

Δρ. Louis Binstock

 

Αντικαταναλωτισμός, Αυτονομία και Αντίσταση στον Φόβο


Οι νιφάδες του χιονιού είναι από τα πιο εύθραυστα πράγματα στη Φύση, κι όμως δείτε τι μπορούν να κάνουν όταν είναι ενωμένες!
Βέρνι Μ. Κέλι

Οι Αγροί των λουλουδιών δεν λένε ψέματα

Ζούμε μέσα στην ήρεμη φρίκη της καταναλωτικής δημοκρατίας. Σε μια εποχή αχαλίνωτου καταναλωτισμού, ανυπόφορου κοινωνικού μιμητισμού και εκκωφαντικής έλλειψης κριτικής σκέψης. Σε μια δημοκρατία του Δεξιο-Αριστερού «μεσαίου χώρου», του «μέσου όρου», της κατατονικής μετριοπάθειας και του παγώματος των συλλογικών παθών. Προπαντός όμως ζούμε κάτω από τη δικτατορία των αγορών. Η αγορά είναι ο νέος δικτάτορας μας. Τα πάντα γύρω μας καταρρέουν και μόνον η σημαία της ανταγωνιστικότητας παραμένει όρθια. Ανταγωνιστικότητα, αυτή η υπέρτατη αξία της νέας εποχής μας!

Μήπως όμως πρέπει να αντισταθούμε στο «πνεύμα της εποχής» μας; Να αντισταθούμε στο αμερικανικό αξίωμα ό,τι η επιτυχία και το χρήμα είναι το παν στη ζωή; Συνήθως τα χρήματα είναι μια καλή δικαιολογία για την έλλειψη τέχνης και προσωπικής ολοκλήρωσης στη ζωή μας. Από ένα σημείο και μετά όμως τα χρήματα καταδυναστεύουν τον άνθρωπο μεταμορφώνοντας τον σε Homo Economicus Cretinus. Γι’ αυτό το νέο είδος ανθρώπου, που συνηθίζει να κάνει ανθρωποθυσίες για τα κέρδη, οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι απλώς καταναλωτικά τρόπαια που εξαγοράζονται εύκολα. Η ίδια η οικονομία είναι μια φούσκα που συστέλλεται και διαστέλλεται σύμφωνα με τις ματαιοδοξίες και τα όνειρα των άπληστων καπιταλιστών αυτής της συνομοταξίας! Αυτό όμως είναι απαράδεκτο. Η οικονομία πρέπει να υπηρετεί τον λαό και όχι ο λαός την οικονομία.

Κάτι τέτοιο, δηλαδή να θέσουμε την οικονομία στην υπηρεσία των πολλών, είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί εφόσον δεν έχουμε καταναλωτική συνείδηση, αντίθετα έχουμε καταντήσει «target group», ιδανικοί στόχοι των πολυεθνικών εταιρειών. Πρέπει λοιπόν επειγόντως να αποκτήσουμε καταναλωτική συνείδηση, να «ψηφίζουμε» δηλαδή με τα λεφτά μας. Ναι, πρέπει να γνωρίζουμε πως σε μια αγορά που υποτίθεται πως λειτουργεί σωστά «ψηφίζεις» όντως με τα λεφτά σου. Κάθε αγορά που κάνεις είναι ταυτόχρονα και μια πολιτική επιλογή, με τη διαφορά πως αντί για κόμματα «ψηφίζεις» προϊόντα και εταιρίες που τα παράγουν. Όπως πολύ σωστά λέει και ο ροκ σταρ Bono των U2 «το shopping είναι η νέα πολιτική πράξη».

Για την ώρα πάντως αφεθήκαμε να υποβιβαστούμε από πελάτες σε καταναλωτές. Έχουμε υποκύψει στον περίτεχνο διαφημιστικό μηχανισμό και στον «Δούρειο Ίππο» του μάρκετινγκ και αντιδρούμε σαν αφηνιασμένα consuming zombies, που τρέχουν στα εμπορικά κέντρα καταναλώνοντας σχεδόν ό,τι βρουν μπροστά τους. Ξεχνάμε βέβαια πως όλα όσα καταναλώνουμε χωρίς να τα έχουμε πραγματική ανάγκη είναι συνήθως «κλεμμένα» από τα στομάχια των φτωχών. Εκτός των άλλων αυτή η υπερκατανάλωση μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υπερχρέωση και στην πλαστική εξάρτηση από πιστωτικές κάρτες και δάνεια, καθιστώντας μας σκλάβους του τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες κερδοσκοπούν ανελέητα εκμεταλλευόμενες τη ματαιοδοξία μας να αναρριχηθούμε στο Έβερεστ της ευημερίας, να γευτούμε τους «απαγορευμένους καρπούς» του καταναλωτικού μας παραδείσου. Αυτό έχει ως τίμημα την υποθήκευση του μέλλοντος μας και, σε τελική ανάλυση, την περιστολή των ελευθεριών μας. Όπως είχε πει κάποτε ο και Αμερικανός πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον: «Τα τραπεζικά ιδρύματα είναι πιο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας από τους τακτικούς στρατούς»…

Καλημέρα Τεμπελιά!

Τι μπορούμε να κάνουμε όμως απέναντι σ’ αυτή την επιδημία υπερκατανάλωσης στην οποία έχουμε υποκύψει σχετικά πρόσφατα; Καταρχάς μπορούμε να επιλέξουμε την εθελοντική λιτότητα: να εργαζόμαστε λιγότερο –άρα να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο– και να αγοράζουμε λιγότερα περιττά υλικά αγαθά. Να λέμε «No Thanks» σε ό,τι προσπαθούν να μας πουλήσουν οι κάθε λογής επιτήδειοι. Να λέμε στον εαυτό μας «αυτό το προϊόν δεν το χρειάζομαι. Γιατί να το αγοράσω;» Δεν πρέπει στις αγορές μας να λειτουργούμε παρορμητικά και συναισθηματικά. Αν αγοράζουμε με βάση το συναίσθημα και όχι τη λογική –δηλαδή με βάση τις πραγματικές μας ανάγκες– τότε υπάρχει κίνδυνος, μετά από την αγορά, να αισθανθούμε ένα ακόμη ισχυρότερο συναίσθημα, εκείνο της απογοήτευσης. Γι’ αυτό και η κατάθλιψη μετά από αγορές είναι συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής μας που πλήττει ειδικά τις γυναίκες Καταφεύγοντας παρορμητικά σε μια άχρηστη «αντικαταθλιπτική» αγορά το αποτέλεσμα είναι η επίταση της θλίψης και η έντονη αίσθηση ότι ο καταναλωτής έπεσε θύμα κάποιας παραπλανητικής διαφήμισης ή κάποιου επιτήδειου πωλητή. Παγιδευμένοι σε μια κοινωνία κερδισμένων και χαμένων, όπου επικρατεί η πεποίθηση πως πετυχημένος είναι εκείνος που έχει περισσότερη οικονομική και υλική ευημερία, αισθανόμαστε, παρά τις πρόσκαιρες «καταναλωτικές θεραπείες» μας, ολοένα και πιο δυστυχισμένοι…

Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως η καριέρα και η δουλειά γενικότερα είναι η μόνη διέξοδος. Μας έχουν πουλήσει μάλιστα το παραμύθι πως η δουλειά είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Όχι δεν είναι! Η δυναμική διεκδίκηση της καριέρας και της κοινωνικής ανόδου, μέσω σκληρής εργασίας, δεν έχει πλέον νόημα. Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους. Γι’ αυτό και στην εποχή μας, όπου τα κοινωνικά ασανσέρ είναι κολλημένα, η ενεργός αποστασιοποίηση από την εργασία, με άλλα λόγια η τεμπελιά αποτελεί ανατρεπτική πράξη!

Αντίσταση στην εποχή του φόβου!

Τι μπορούμε να κάνουμε όμως απέναντι σ’ αυτή την επιδημία υπερκατανάλωσης στην οποία έχουμε υποκύψει σχετικά πρόσφατα; Καταρχάς μπορούμε να επιλέξουμε την εθελοντική λιτότητα: να εργαζόμαστε λιγότερο –άρα να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο– και να αγοράζουμε λιγότερα περιττά υλικά αγαθά. Να λέμε «No Thanks» σε ό,τι προσπαθούν να μας πουλήσουν οι κάθε λογής επιτήδειοι. Να λέμε στον εαυτό μας «αυτό το προϊόν δεν το χρειάζομαι. Γιατί να το αγοράσω;» Δεν πρέπει στις αγορές μας να λειτουργούμε παρορμητικά και συναισθηματικά. Αν αγοράζουμε με βάση το συναίσθημα και όχι τη λογική –δηλαδή με βάση τις πραγματικές μας ανάγκες– τότε υπάρχει κίνδυνος, μετά από την αγορά, να αισθανθούμε ένα ακόμη ισχυρότερο συναίσθημα, εκείνο της απογοήτευσης. Γι’ αυτό και η κατάθλιψη μετά από αγορές είναι συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής μας που πλήττει ειδικά τις γυναίκες Καταφεύγοντας παρορμητικά σε μια άχρηστη «αντικαταθλιπτική» αγορά το αποτέλεσμα είναι η επίταση της θλίψης και η έντονη αίσθηση ότι ο καταναλωτής έπεσε θύμα κάποιας παραπλανητικής διαφήμισης ή κάποιου επιτήδειου πωλητή. Παγιδευμένοι σε μια κοινωνία κερδισμένων και χαμένων, όπου επικρατεί η πεποίθηση πως πετυχημένος είναι εκείνος που έχει περισσότερη οικονομική και υλική ευημερία, αισθανόμαστε, παρά τις πρόσκαιρες «καταναλωτικές θεραπείες» μας, ολοένα και πιο δυστυχισμένοι…

Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως η καριέρα και η δουλειά γενικότερα είναι η μόνη διέξοδος. Μας έχουν πουλήσει μάλιστα το παραμύθι πως η δουλειά είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Όχι δεν είναι! Η δυναμική διεκδίκηση της καριέρας και της κοινωνικής ανόδου, μέσω σκληρής εργασίας, δεν έχει πλέον νόημα. Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους. Γι’ αυτό και στην εποχή μας, όπου τα κοινωνικά ασανσέρ είναι κολλημένα, η ενεργός αποστασιοποίηση από την εργασία, με άλλα λόγια η τεμπελιά αποτελεί ανατρεπτική πράξη!

Αυθεντικότητα πάνω απ΄όλα!

Πριν συνεχίσω θέλω να επισημάνω πως αυτά που γράφω εδώ δεν ισχυρίζομαι ότι αποτελούν δικές μου πρωτότυπες ιδέες, αλλά ένα σταχυολόγημα απόψεων και ιδεών που διάβασα και μελέτησα τελευταία ή, αν θέλετε, αποτελούν ανεξιχνίαστες λογοκλοπές. Όπως είπε χαρακτηριστικά και ο γνωστός Ισπανός σκηνοθέτης Πέντρο Αλμοδοβάρ: «Ό,τι δεν είναι αυτοβιογραφικό είναι υποκλοπή».

Αλλά ας έλθουμε τώρα στο ζήτημα της αυθεντικότητας. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν αυθεντικές ζωές, αλλά θλιβερά απομεινάρια ξένων ζωών που πιστεύουν πως δικές τους. Πάει καιρός που οι Έλληνες έπαψαν να είναι απρόβλεπτοι και αλλοπρόσαλλοι, σαν ανεμοδείκτες. Αντίθετα είναι απόλυτα προβλέψιμοι. Όλοι τείνουν να μοιάζουν με όλους. Οι στατιστικές εφαρμόζονται πετυχημένα πάνω τους. Όπως και σε κάθε Δυτική κοινωνία, έτσι και στην Ελλάδα τα «ιδανικά» των νέων είναι ο πλούτος, τα υλικά αγαθά, η δόξα και η καλοπέραση. Τίποτε το πρωτότυπο δηλαδή. Σχεδόν όλοι οι νεαροί Έλληνες θέλουν να καλοπερνούν στα ιν κλαμπ, να τρώνε στα σικ εστιατόρια, να πίνουν «ντριγκς» νωχελικά, να οδηγούν καινούργια απαστράπτοντα αυτοκίνητα, να ντύνονται με πανάκριβα ρούχα φίρμας, να μένουν σε μοντέρνα σπίτια ή σε μονοκατοικίες με γκαζόν, να κάνουν διακοπές σε χάι μέρη, να έχουν φουσκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, μια «βεντάλια» από πιστωτικές κάρτες όλων των ειδών, διάσημους γνωστούς, λαμπερές «μπάρμπι» ερωμένες και όνειρα για το τι θα κάνουν τα λεφτά που θα κερδίσουν στο τζάκποτ του τζόκερ. Και όταν δεν κάνουν τίποτε από τα παραπάνω λουφάζουν τεμπέλικα στο αναπαυτικό σαλόνι του πατρικού τους –ποιος είναι τόσο χαζός για να δουλεύει και να πληρώνει το μισό μισθό του για το ενοίκιο μιας «τρύπας»;– χαζεύοντας reality show και άλλα τηλεοπτικά κατακάθια. Πουθενά, επαναλαμβάνω, διάθεση για ελευθερία, δημιουργία, επανάσταση. Αυτό που έχει πλέον σημασία είναι το ανελέητο κυνήγι της ηδονής και η ικανοποίηση της ακόρεστης καταναλωτικής τους δίψας.

Στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σέρνονται υπερτροφικές και καταθλιπτικές εγωπαθείς υπάρξεις, που μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους. Οι περισσότεροι Έλληνες είναι άλλοι, δεν είναι ο εαυτός τους. Οι σκέψεις τους ανήκουν σε κάποιον άλλο, οι ζωές τους είναι μίμηση άλλων ζωών, τα πάθη τους σκέτη αντιγραφή από τηλεοπτικά σίριαλ, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε πει κάποτε ο Έμερσον: «Τίποτε δεν είναι πιο σπάνιο στον άνθρωπο από μια πράξη που να είναι δική του».

Σπάνια συναντά κανείς σήμερα κάποιον «αυτόφωτο αστέρα». Οι περισσότεροι είναι ετερόφωτοι, μιμούνται τους άλλους, «η ζωή τους δεν είναι παρά η κρύα φεγγαρίσια αντανάκλαση του ήλιου» (Χένρι Μίλερ). Πως όμως μπορούμε να γίνουμε αυθεντικοί; Όπως έγραψα και στο editorial αυτού του τεύχους «η αυθεντική ζωή αρχίζει μόλις καταρρέουν οι ψευδαισθήσεις». Με άλλα λόγια πρέπει καταρχάς να σταματήσουμε να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας ότι ζούμε αυθεντικές ζωές, ενώ δεν είμαστε παρά μια αντανάκλαση, ένα κούφιο ολόγραμμα, μια σκιά του αληθινού μας εαυτού. Σε δεύτερη φάση πρέπει να επιδιώξουμε την αυτονομία. Η αυτονομία είναι το αντίθετο της ετερονομίας. Δεν πρέπει να υπακούμε εύκολα σε νόμους και συμβάσεις, που έχουν κατασκευαστεί χωρίς τη συμμετοχή μας. Πρέπει πάνω απ’ όλα να υπακούσουμε στον εαυτό μας και στις ιδέες μας. Δεν πρέπει να ετεροπροσδιοριζόμαστε. Δεν χρειαζόμαστε τους άλλους για να μας πουν ποιοι πραγματικά είμαστε. Ο αυτοπροσδιορισμός είναι το επιθυμητό και αυτό προϋποθέτει την αυτογνωσία.

Η ζωή του καθενός μας πρέπει να είναι δρόμος προς τον Εαυτό του, προς την αυτοπραγμάτωση. Αν το καταφέρουμε τότε θα ζήσουμε μια ζωή που θα έχουμε χρησιμοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες μας, θα έχουμε κυνηγήσει τα ατομικά και συλλογικά όνειρα μας, θα έχουμε συνειδητότητα και βαθύ σεβασμό για τη Φύση και την ύπαρξη. Με άλλα λόγια μια ζωή που αξίζει να τη ζήσει κανείς: «Μην αφήνεις στο θάνατο, παρά μόνον στάχτες» (Νίκος Καζαντζάκης).

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ είναι συγγραφέας και εκδότης-διευθυντής του περιοδικού ΖΕΝΙΘ.

Κατά την άποψή μου, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να καθίσει σε ένα δάσος κοιτάζοντας ανάμεσα από τα δέντρα ένα ηλιοφώτιστο λιβάδι και να πει, «αυτό είναι ό,τι πραγματικά χρειάζομαι», κάτι είναι λάθος με αυτόν.
P. Lutus

Δεν μπορούμε να πάμε όλοι «μπροστά», να «πετύχουμε», όσο κι αν τρέχουμε καταϊδρωμένοι. Κάποιος πρέπει να μείνει και πίσω για να παρακολουθεί τους «ήρωες» του υπερκαταναλωτισμού να προχωρούν «μπροστά» κάνοντας ανθρωποθυσίες για τα κέρδη και την καριέρα τους…

Όλα όσα καταναλώνουμε χωρίς να τα έχουμε πραγματική ανάγκη είναι συνήθως «κλεμμένα» από τα στομάχια των φτωχών…

Πρέπει να σταματήσουμε να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας ότι ζούμε αυθεντικές ζωές, ενώ δεν είμαστε παρά μια αντανάκλαση, ένα κούφιο ολόγραμμα, μια σκιά του αληθινού μας εαυτού.