Introduction


…ίσως όταν θα ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον. Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε…

(Τάσος Λειβαδίτης)

Advertisements

Λοιπόν τι κάνουμε εδώ…


Λοιπόν τι κάνουμε εδώ
και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος.
Όμως απόψε βιάζομαι απόψε
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της
ν’ ακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη.

Α, ωραίο – Α, ωραίο

να ‘σαι μοναχός,  να ‘σαστε δυο, να ‘μαστε όλοι να ‘μαστε όλοι. Α, ωραίο – Α, ωραίο να ‘σαι μοναχός να ‘σαστε δυο , να ‘μαστε όλοι… να ‘μαστε όλοι…

(Τάσος Λειβαδίτης)




Maria’s Eyes


…και τίποτα δε χάνεται , μα όλα είναι για πάντα μέσα σου κι οι νεκροί κι οι σημαίες κι οι όρκοι και τα χρόνια που φύγανε και τα χρόνια που έρχονται . Και τα τραγούδια και τα δάκρυα κι οι φτυσιές κι οι ταπεινώσεις κι όλα τα όνειρα μέσα σου. Κι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα . Κι ο υπάλληλος ένοιωσε τόσο βαθιά χαρούμενος, π’ ούτε καν χαμογελούσε, υπέρτατη, σιωπηλή χαρά , πάνω απ΄ το γέλιο, αγγίζοντας απ΄ την άλλη άκρη του απείρου , τον πόνο. Και τότε κατάλαβε ξαφνικά, πόσο ο μεγάλος, δυνατός κόσμος έχει ανάγκη ν ΄ ακουμπάει στους ανίσχυρους  ώμους μας. Κι όταν πεθάνεις, βέβαια, θα πάψεις να υπάρχεις.

«Μα όσο ζεις είσαι αθάνατος»

Και πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη, κατάφωτη αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο στάδιο όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.

Απόσπασμα από «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια» -Τάσος Λειβαδίτης

‘Ωρα να φύγω…


‘Ολα άρχισαν απ’ αυτήν την καταραμένη λατρεία για τον εαυτό μου ή μάλλον – γιατί να κλείνω τα μάτια – όλα άρχισαν διότι μέσα στο ρολόι υπάρχει ένα δευτερόλεπτο ακατανόητο που θέλει κι εκείνο να επαληθευτεί..
Βρίσκει λοιπόν τον πρώτο ηλίθιο και του επιτίθεται κι επιπλέον περνούν τα χρόνια με ταχύτητα διαβολική..Πλην όμως αγαπούσα πάντα τους συνανθρώπους μου κι αυτό είναι μια από τις αρετές στις οποίες ανάλωσα τη ζωή μου…
Και φυσικά η λέξη ανάλωσα είναι πλημμελής διότι τον περισσότερο καιρό μου τον περνάω στους δρόμους – σ’ αυτό έγκειται η ιδιοφυία μου!
Και παρ’όλες τις απόψεις μου για την ελευθερία του ατόμου, εγώ είχα μια συστηματική προτίμηση στο μοιραίο – ακούστε διαστροφή..
‘Αλλωστε το βλέπετε όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα – μόνο ποτέ δεν είχα υποπτευθεί πόσο ατέλειωτη μπορεί να ‘ναι μια νύχτα..
Αλλά γιατί να λυπάμαι.. Οι ωραιότερες σκέψεις ήταν πάντα το μερίδιό μου από τη ζωή που μου στέρησαν..

‘Ωρα να φύγω. ‘Οπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν.
‘Ετσι συνήθως έρχεται το Φθινόπωρο..
Γιαυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια – μιάς και δεν ήτανε ποτέ πραγματική…

(Τάσος Λειβαδίτης)

I and I


Kι έζησα πάντα με τον εαυτό μου, σαν δυο ακροβάτες που μισούνται θανάσιμα που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το θάνατο ο ένας του άλλου, μα όταν έρθει η ώρα κι ανάψουν τα φώτα και το θέατρο ξεχειλίσει απ’ την πελώρια αναμονή ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί νά, που βρίσκονται κιόλας πάνω απ’ το μίσος και τον κίνδυνο και το θαυμασμό και τον χρόνο ― αδερφωμένοι ξαφνικά μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

(Τάσος Λειβαδίτης)

Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς


‘Αγνωστα Εγκλήματα..
«Συχνά, όταν ήμουν παιδί, οι μεγάλοι κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα, μόνο και μόνο για να μην κρυφακούσω.’Ετσι μου σκότωσαν για πάντα τον επίλογο.»

Συγκομιδή..

«Κι όταν με πλησίασαν με προτεταμένα όπλα, εγώ χαμογέλασα με περιφρόνηση και σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά άρχισα να μαζεύω τα μήλα της χρονιάς.»

Εφαρμοσμένος Μαρξισμός..
«Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα, κρύβω τα λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιό άφοβα απ΄το παράθυρο το φως του φεγγαριού.»

Ανταμοιβή..
«‘Ενα παιδί κοιμάται.’Ολη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει καθώς η Μεγάλη ‘Αρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα το ξεσκέπαστο πόδι του.»

Αισθητική..
«‘Οσο για κείνη την ιστορία, υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η καλύτερη όμως πάντα είναι αυτή που κλαίς.»

Διαθήκη..
«‘Ισως να το΄βρα. Αλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε?»

Απάντηση..
«-Μα πως περπατάς επί των κυμάτων? ρώτησα.
-‘Εχασα το δρόμο, μου λέει.»

Ο Ποιητής..
«Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι είναι στιγμές που το κατορθώνει.
‘Ομως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.»

Καθ’ Ημέραν Βίος..

«Οι άνθρωποι βιάζονται.. ‘Εγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί..
Πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους!»

Αδιευκρίνιστα Σημεία..

«‘Ολοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί.»

Ποιητές..
«‘Υποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά!»

Πείρα Αιώνων..
«Γιαυτό σου λέω, μην κοιμάσαι, είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς, θα μετανιώσεις.»

Το Τέλειο ‘Εγκλημα..

«Καμιά φορά, μαζεύεται κόσμος κάπου, όλοι κοιτάζουν στο ίδιο σημείο, αλλά δεν βλέπουν τίποτα.
Γιατί πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.»

Προσμονή..

«Η γυναίκα καθόταν στον κήπο και γύρω της, σαν ανταύγεια, έφεγγε η αιώνια προσμονή της – περίμενε, λέει, κάτι που άκουσε να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της.
– Τί? τη ρωτούσα, σχεδόν φοβισμένος από την τόση απεραντοσύνη.»

Παρελθόν..
«‘Ας γράψουμε λοιπόν ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο, θα το βρούν ξεθωριασμένο απ΄τη βροχή και τότε θα’χει πάρει όλο το νόημά του.»

‘Ερωτας..
«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά, γιά να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε!»

Οι Ποιητές Γυρνούν Ανάμεσά Μας..
«Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλισμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, που τον αρνήθηκε η φύση ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις. Αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά τα πιό ωραία τους δάκρυα.»

Επιμύθιο..

«Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα.
Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.»

Από τον Τάσο Λειβαδίτη

(1922-1988)