Οι Εχθροί της άνοιξης


648b69705dac6ee77d32b3536deb33cb_L

Έρχεται φέτος κουρασμένη η Άνοιξη/(να) κουβαλάει τόσα χρόνια τα λουλούδια πάνω της. /Σκοτεινοί άνθρωποι/στις γωνιές την παραμονεύουν  για να την τσακίσουν./Αυτή όμως με κρότο/ανάβει ένα-ένα τα λουλούδια της/στα μάτια τους τα ρίχνει (για) να τους στραβώσει.

Μίλτος Σαχτούρης

To the Lighthouse


Ο φάρος τότε ήταν ένας ασημένιος, καταχνιαμένος πύργος, μ’ένα κίτρινο μάτι που άνοιγε ξαφνικά κι αθόρυβα το βράδυ. Τώρα, ο Τζέημς κόιταξε το φάρο. Έβλεπε τα ξασπρισμένα βράχια, τον πύργο ορθό κι αλύγιστο. Έβλεπε πως είχε ρίγες, μαύρες κι άσπρες. Έβλεπε τα παράθυρα, μπορούσε να δει ακόμη και τα πλυμένα ρούχα, απλωμένα στα βράχια να στεγνώσουν. Ώστε αυτός ήταν ο φάρος , έ;
Όχι, το άλλο ήταν ο φάρος. Γιατί τίποτα δεν είναι ένα και μόνο πράγμα. Και το άλλο ήταν ο φάρος. Μερικές φορές μόλις και τον έβλεπες στο βάθος του κόλπου. Το απόγευμα, κοίταζες κατά κει κι έβλεπες το μάτι ν’ανοιγοκλείνει και το φως σα να τους έφτανε σε κείνο το ανοιχτό, φωτεινό κήπο όπου καθόταν.

Virginia Woolf

tumblr_lngeflxaFs1qzt8u9o1_1280

Στο λυκόφως της πατρότητας.


father-and-son-glory-fraulein-wolfe

«…, δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε πού κρύβονται οι πατεράδες. Κρύβονται στο βαρομετρικό χαμηλό της επαγγελματικής τους ρουτίνας, όσο και σε μια πεισματική παράταση της δικής τους ανεξάντλητης παιδικότητας, αυτής ακριβώς που κολακεύεται από το διαφημιστικό έπος με πανάκριβα ρολόγια και τζιπ κατάλληλα για σαφάρι σε τροπικές εικονογραφήσεις αποδράσεων, όπου ο αέρας της οικονομικής άνεσης τρομπάρει το ανέβασμα της αδρεναλίνης…»

Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, που θα πει πως η μωρουδίστικη συγγένεια των χαρακτηριστικών του προσώπου υποχωρεί, είναι οι πατεράδες εκείνοι που αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους όλο και περισσότερο, από την άποψη ότι μένουν ομοιόμορφα αθέατοι. Αν επιθυμούν διακαώς κάτι, είναι το να μη διασταυρώνονται με τα παιδιά τους παρά μόνον όταν αυτά παρελαύνουν σαν ωραία δείγματα DNA στις σχολικές γιορτές και, με μια μικρή παραχώρηση, στα γενέθλια. Κάπως έτσι θα πρέπει να εμπνεύστηκαν και οι φιλόσοφοι την ιδέα τους για την εξαφάνιση του Πατέρα ως κυρίαρχου θεσμικού και ιστορικού υποκειμένου. Όντως  αν το φιλοσοφήσεις λιγάκι, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να επιστρέψεις τον πατέρα σου όπως ένα ελαττωματικό ψυγείο και να ζητήσεις καινούργιον.
Κατά τα άλλα, το να μιλάμε σήμερα για μονογονεϊκές οικογένειες, αναφερόμενοι στο στατιστικό δεδομένο, αποδεικνύεται κάπως παραπλανητικό, εφόσον όλες οι οικογένειες, λίγο πολύ, κατέληξαν μονογονεϊκές, με τον πατέρα να περιορίζεται σ’ ένα απρόσωπο σημείο αναφοράς των οικονομικών διευθετήσεων. Αυτουνού η μοναδική αγωνία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αφορά την εκμετάλλευση των ευκαιριών ώστε να μείνει κατά το δυνατόν μακριά από τους συγγενείς πρώτου βαθμού, καθώς οι τελευταίοι ενσαρκώνουν την αδιάψευστη υπενθύμιση της συναισθηματικής του αποτυχίας.
Μια και δεν είναι πάντα εύκολο για τον φερόμενο ως πατέρα (δότη σπέρματος μου αρέσει να τον αποκαλώ) να απέχει από το οικογενειακό διαμέρισμα με κάποιο πρόσχημα, εσωτερικεύει την απόσταση και αγκυροβολεί μπροστά στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή ή τηλεφωνάει στους φίλους του και κουβεντιάζουν για το γυναικείο κρέας, άλλοτε ντόπιο, άλλοτε εισαγωγής, εξαρτάται απ’ τις περιστάσεις. Εν ονόματι του πατρός δεν συμβαίνει πλέον τίποτα. Αργότερα, γάμοι και χωρισμοί θα λάβουν χώρα κατευθείαν εν ονόματι του υιού, αποκλειστικά, με τα γνωστά θλιβερά αποτελέσματα. Και οι κυρίες θα διασκεδάζουν την απογοήτευσή τους καθρεφτιζόμενες στα γυναικεία έντυπα και απολαμβάνοντας τίτλους όπως «Τι απέγιναν οι άντρες;». Αφού προσπάθησαν τολμηρά να γίνουν άντρες οι ίδιες, τώρα η έλλειψη διαφοράς παγώνει τα σεντόνια.
Επομένως, δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε πού κρύβονται οι πατεράδες. Κρύβονται στο βαρομετρικό χαμηλό της επαγγελματικής τους ρουτίνας, όσο και σε μια πεισματική παράταση της δικής τους ανεξάντλητης παιδικότητας, αυτής ακριβώς που κολακεύεται από το διαφημιστικό έπος με πανάκριβα ρολόγια και τζιπ κατάλληλα για σαφάρι σε τροπικές εικονογραφήσεις αποδράσεων, όπου ο αέρας της οικονομικής άνεσης τρομπάρει το ανέβασμα της αδρεναλίνης. Εχω συναντήσει πάρα πολλούς απ’ αυτούς. Τουλάχιστον ο δικός μου πατέρας, στη δεκαετία του ’60, με απέφευγε μελετώντας ξένες γλώσσες. Σίγουρα, η γλώσσα που μιλούσαμε μεταξύ μας ήταν αρκετά ξένη προς οτιδήποτε ανθρώπινο.
Η απελπισία που προκαλεί σ’ αυτά τα όντα το πλήθος των ανεκπλήρωτων συναισθηματικών καθηκόντων απέναντι στα παιδιά τους, επιφέρει την παράλυση και των πιο στοιχειωδών χειρονομιών προσφοράς. Για να την αντισταθμίσουν, γίνονται υπερκινητικοί. Από τη θέση ενός ίσκιου που γλιστράει πάνω κάτω τηλεφωνώντας, εκπαιδεύουν τον εαυτό τους να κοιτάζει τα παιδιά δίχως να τα βλέπει, δηλαδή χωρίς να βλέπει την ανάγκη στις ίριδες των ματιών τους. Χρειάζεται, άραγε, να διευκρινίσω περί ποίας ανάγκης πρόκειται; Είναι αδύνατον να θίξεις τέτοια ζητήματα δίχως να περάσεις από το μελό, δίχως να πεις γι’ αυτή τη φλόγα που τρέμει από το φύσημα ενός πολύ πονεμένου συμβιβασμού, μιας υποψίας ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν οι άνθρωποι μιλούσαν και εξηγούσαν. Τι να εξηγήσουν; Στο φάσμα των συχνοτήτων που λαμβάνουμε, πατεράδες και παιδιά εξίσου, οι πληροφορίες είναι, τώρα, ολογραφικά κωδικοποιημένες.
Η δίψα των παιδιών για κάτι που μένει εκτός κατανόησης και που καθησυχάζεται προσωρινά με το να ζουν μέσα σ’ ένα δάσος από καταναλωτικά δολώματα και οθόνες κινητών τηλεφώνων γίνεται ευδιάκριτη σε ορισμένες στιγμές βίαιης αντίδρασης απέναντι στην ανία της εκπαίδευσης. Η ανία είναι ειδικά αυτό, η έλλειψη περιεχομένου των γεγονότων και η εξαφάνιση του πατέρα την οδηγεί στην αποθέωση. Η εξαφάνιση, ομολογουμένως, είναι κυρίως μια εξαφάνιση από τη σκηνή του λόγου.
Οπως γίνεται στις αμερικάνικες ταινίες, ο πατέρας θα ήθελε ίσως να πλησιάσει τον γιο του και να του μιλήσει, μόνον που δεν ξέρει τι είδους ακριβώς σημασίες είναι αυτές που χρωστάει στο παιδί και πού να τις ψάξει. Θα το έκανε όχι βέβαια από αγάπη αλλά κάτω από την πίεση της ενοχής, διστάζει ωστόσο ένεκα του φόβου ότι μια τέτοια πράξη αναζήτησης θα έφερνε στην επιφάνεια όλα όσα η αγάπη, έστω υποτιθέμενη, απαιτεί να τη συνοδεύουν, εστίαση της προσοχής, τρυφερότητα, φιλαλήθεια, αναγνώριση της ιδιοπροσωπίας του άλλου, ικανότητα συμμετοχής στη λύπη του και, φυσικά, παροχή μιας ασφάλειας εντελώς διαφορετικού τύπου από εκείνη της Interamerican. Αντ’ αυτού, ο δότης σπέρματος θα ονειρευτεί ένα βραβείο τεσσάρων τροχών, χωρίς να υποπτεύεται την ιστορική ειρωνεία των αντικειμένων μίας χρήσεως και ότι η φράση Fiat Lux σημαίνει Γεννηθήτω φως.
Δεν είναι φως αυτό που γέννησε, εκτός κι αν το κρατήσει στη χούφτα του. Από μια τέτοια άποψη, η ερώτηση «Τα παιδιά του Ζεβεδαίου ποιον είχανε πατέρα;» δεν είναι εντελώς παράλογη. Η εποχή όπου αρκούσε το να έχει η γυναίκα σου παιδιά για να θεωρείσαι πατέρας επιστρέφει σαν γελοιογραφία.

Ευγένιος Αρανίτσης

http://astronayths.podomatic.com/entry/2013-03-05T11_26_30-08_00

Στο μαγικό κόσμο του τσίρκου που λέγεται ζωή./Μαλβίνα γέλα!


l (5)1


ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΛΒΙΝΑΣ ΚΑΡΑΛΗ

απο τον Κωνσταντίνο Βήτα

Σουξέ: Ξέρω οτι δεν με αγαπάει ο κόσμος. Το κοινό δεν σε αγαπάει ποτέ, αγαπάει την επιτυχία, όπως μισεί την αποτυχία. Δεν είμαι αφελής

Αγάπη: Δεν πιστεύω στην αγάπη, είναι μια έννοια που μου έχει ξεφτιλίσει τη ζωή, μου την έχει χαντακώσει, έχει κοντέψει να με στείλει στα τρελάδικα. Πιστεύω μόνο σε μια έννοια: τη συμπόνοια.

Αρρώστιες: Είμαι η Μις Κατατονία, αλλά μπορώ να σκάω ένα χαμόγελο και να ανεβάζω τους ανθρώπους που είναι γύρω μου. Κάθε πρωϊ που ξυπνάω, το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου είναι η «7η σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Έχζω γεράσει πρόωρα, κάπου στα 25.

Άντρες: τη ζωή μου με ενδιέφερε πάντα ο άντρας ο ακομπλάριστος που θα πει: «Άσε τις μαλακίες, εγώ θα σε σώσω τώρα εσένα και θα λειτουργήσεις από ‘δω και πέρα φυσιολογικά και σωστά».

Χειμωνάς: Τον Χειμωνά τον ξέρω όλον απ’ έξω. Κάποια στιγμή όταν τον γνώρισα,του το είπα και δεν το πίστευε. Τα μάθαινα απ’ έξω τα βιβλία του. Ήταν σαν άσκηση. Πιστεύω οτι έπρεπε να διδάσκεται στα Γυμνάσια.

Όνειρα: Μικρή ήθελα να γίνω κομμώτρια. Έβλεπα όλα τα κορίτσια στο Αρσάκειο να θέλουν να σπουδάσουν Ιστορία της Τέχνης. Έβγαζαν μια φυλλάδα που την έλεγαν «Παρουσία». Εγώ έβγαζα μια δικιά μου που την έλεγα «Τα Σοσόνια». Δεν ήθελα μεγάλους εαυτούς από τότε. Θυμάμαι, έβγαινα στη Βας. Σοφίας κι έλεγα σε όποια γριά έβλεπα: «Τι όμορφη που είσαστε, τι ωραία που είναι τα μαλλιά σας, είναι φυσικό το χρώμα, ε;»

Άνθρωποι: Πέρασαν διαμάντια απ’ τη ζωή μου που δεν πρόλαβα να εκτιμήσω. Σε μερικούς ανθρώπους τους βγάζουμε από μέσα οτι καλύτερο έχουν, ενώ δεν μπορούμε να γίνουμε ένα μ’ αυτούς και εκ των υστέρων καταλαβαίνουμε την αξία τους. Ήμουν βιαστική, τσαλαβουτούσα. Είναι πολύ φυσικό. Τα τελευταία 5-6 χρόνια αρχίζω να εκτιμώ τους ανθρώπους και να αποδίδω ουσιαστικές τιμές.

 Φίλοι: Η πιο σταθερή αξία στη ζωή μου είναι να υπερασπιστώ το φίλο μου. Θα ψευδομαρτυρήσω, θα ψευδορκήσω, θα σκοτώσει και θα είμαι μαζί του. Υπήρχε μια σκηνή στο Café Bagdad που ο Τζακ Πάλανς ρωτάει την ηρωίδα: «Θες να με παντρευτεις;» και αυτή λέει: «Πρέπει να ρωτήσω τη φίλη μου». Έχω κλάψει μ’ αυτή την ατάκα.

Θάψιμο: Η Ζυράννα Ζατέλη έγραψε ένα ωραίο βιβλίο, την «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» και αυτό ήταν γιατί πριν απ’ αυτήν υπάρχει η Έρση Σωτηροπούλου. Ο Μαρκές δεν μου αρέσει, πιστεύω οτι είναι κάτι για να ξεχνιούνται οι άνθρωποι. Η εποχή αυτή ευνοεί τις τεράστιες παρεξηγήσεις: το να γράψει ένας α λα μανιέρ ντε Μαρκές και να θεωρηθεί αυτόν οτι είναι σπουδαίο βιβλίο. Δεν είναι. Το να υπάρξει ένας Πανιάρας που τον στηρίζει μια γκαλερί από πίσω του και πασπαλίζει τις κολώνες με ακρυλικό, όταν υπάρχει ο Εδουαρδος Σακαγιάν. Αυτός είναι ο καλύτερος Έλληνας ζωγράφος για μένα. Το να υπάρχουν κάποιοι ποιητές που είναι δημοσιοσχεσίστες  και να μην υπάρχει η Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Αυτή είναι ποιήτρια, όχι αρχίδια. Καλά, για τη ζωγραφική να μη σου πω!!Εκείνοι οι άνθρωποι πως ζωγραφίζουν όταν υπάρχει ένας Φράνσις Μπέηκον; Δηλαδή, δεν έχουν καταλάβει ένα πούτσο τι έχει γίνει;

Παρίσι: Κάποτε στο Παρίσι, βρέθηκα στη μέση του πουθενά. Κοιτούσα μια αφίσα. Ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο και αυτή του έλεγε «πήγαινέ με στην άκρη του κόσμου» που για μένα σημαίνει σώσε με. Και ο άλλος απαντούσε «Με δυο χιλιάδες φράγκα, αγάπη μου, σε πάω». Ήταν διαφήμιση ταξιδιωτικού γραφείου. Στέκομαι. Είμαι στο μετρό. Είμαι 20 χρονώ. Συνειδητοποιώ. Είμαι σ’ ένα σταθμό, κάτω απ’ τη γη, δηλαδή αρχίζω να ζω κι εγώ κάτω από τη γη. Είναι φοβερό. Αυτοί δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, εγώ όμως έρχομαι από την Ελλάδα, απ’ το Φως το αττικό. Δίπλα μου είναι μια με τρεις σακούλες στο χέρι  κι ένα σπασμένο παιχνίδι , πιο δίπλα μια άλλη με ένα μπουκάλι στο χέρι, παραδίπλα κάτι μουνίτσες με μίνι που στέκονται όρθιες για να δουν τα πόδια τους όλοι, το τραίνο έρχεται, λαθρομετανάστες, Τούρκοι, κι εγώ βρίσκομαι στην άκρηκαι εκεί που έχω πει» έχω σταθεί λίγο στο όνειρο», κοιτάζω τα φράγκα. Εκεί κατάλαβα αυτό το μικρό πράγμα. Οτι αυτό το απόσπασμα ζωής είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε.

Στομάχι: Δεν μ’ αρέσουν τα σούπερ μάρκετ, ψωνίζω σε παντοπωλείο. Απ’ όταν γεννήθηκα, έτρωγα πάντα πολύ καλά. Η γιαγιά μου είχε μέσα της τη χαρά της ζωής. Δεν θα σερβίριζε ποτέ ένα ολόκληρο μπούτι αρνίσιο στο τραπέζι-αυτό το πράγμα έχει τη θέση του μόνο στο βουνό. Μου έλεγε: «Δεν γεννήθηκες για να τρως τυρόπιτες. Αν πεινάς στο σχολείο, πάρε ψωμί και τυρί. Και το τυρί να είναι τέτοιο που να μην ιδρώνει». Αγαπώ την καλή κουζίνα και την φιλοσοφία της.

Πάλκο: Βγαίνω στο πάλκο γιατί είναι όλη μου η μνήμη. Αυτή που θα ήθελα να είμαι. Θα ήθελα να έχω γεννηθεί φτωχιά σε μια άνυδρη περιοχή όπως την έδωσε ο Δαμιανός στην «Ευδοκία». Όλοι με τον ίδιο πλάγιο λογο μιλάμε, της Ευδοκίας, και το ίδιο πουτάνες είμαστε.

Αυτοκτονία: Εγώ είμαι υπέρ. Την ζωή μας δεν την αποφασίζουμε, όμως τον θάνατό μας πρέπει να τον αποφασίζουμε εμείς.  Ο καλύτερος θάνατος είναι να πεθάνεις την ώρα που έχει τελειώσει η ζωή σου με κάποιον, γιατί έχει πεθάνει αυτός.

Προσευχή: Σίγα να μην προσεύχομαι. Δεν πιστεύω στο Θεό από3-4 ετών. Τα ήξερα όλα. Δεν πιστεύω σε τίποτα.

Γυναίκες: Αν ήμουν άντρας, δεν θα πήγαινα με γυναίκα παρά μόνο με σκυλί. Το σκυλί το έχει προσδιορίσει ο Μπωντλέρ. Είναι σκύλα, αποτρόπαι, φυσική, που καυλώνει  και θέλει να γαμηθεί, που πεινάει και θέλει να φάει και να κοιμηθεί. Θα πρέπει να βρεθεί ένας άντρας πολύ ακομπλάριστος, που να μη φοβάται τα θηλυκά στοιχεία ενός χαρακτήρα. Το θηλυκό αρχέτυπο σίγουρα είναι η πολύ καλκατσιάρα, η καραπουτανάρα, δηλαδή «πετάγομαι να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα, και θα γυρίσω σε δυο ώρες γιατί θα περάσω κι απ’ τη Βίκυ».

Νταβάδες: «Με παρέσυρε το ρέμα, μάνα μου δεν είναι ψέμα, καίγομαι γι’ αυτή και λιώνω». Είναι αυτό που λέει η πουτάνα στον νταβά : «Στα δίνω όλα, να μην έχω τίποτα παρά μόνο εσένα». Μακάρι να είχαμε περισσότερους νταβάδες, να τα δίνουμε όλα και να μην έχουμε τίποτα. Go between νταβατζιλίκια.

01

πηγή Lifo

Πικρή Εποχή.


new_york7 (1)

____________

Θυμούμαστε πως στον κόρφο μας/φώλιαζε ένα πουλί/μας εκρατούσε από το χέρι η περηφάνια/μας εκρατούσε από το χέρι η οργή/και προχωρούσαμε/με τ’ όραμα μισού πέδιλου από λάστιχο αυτοκινήτου/με τ’ όραμα μισού σπειριού μπομπότας./Δε μας εφύρισε πίσω ποτέ η βροχή/κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο./Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη/φυλάξαμε τα μάτια μας να μη τα σβήσει η καταχνιά/τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας/μη την σκοτώσει η ανημποριά μη την κερδίσει η πίκρα./Κι όταν πουλούσε η μάνα μας τα ρούχα της και τα χρυσαφικά της/για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα/εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε τη λευτεριά.

Δεν κλάψαμε ποτέ.

Θωμάς Γκόρπας

Ένας άνδρας και μια γυναίκα.


Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα
στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
θα σ᾽αγαπώ
Αυτό του τραγουδούσε
Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε
Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά
Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή
και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή
Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή
Ναι βέβαια
σου λέω πως σ᾽αγαπώ
σ᾽αγαπώ ως το θάνατο
σ᾽αγαπώ για να ζω
Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ
πως δεν θέλω να φύγω
να φύγω για να ξαναγυρίσω
πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ
και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ
το γέλιο-σου
Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς
λέει εκείνη
αλλιώς δεν αξίζει
Προσπάθησε να καταλάβεις
Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία
Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία
σημασία έχεις να ξέρεις
Δεν θέλω τίποτα να ξέρω
Έχεις δίκιο
δεν έχει σημασία το να ξέρεις
σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις
Δεν έχουν σημασία όλα αυτά
θέλω να μ᾽αγαπάς
και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς
μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες
κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές
για χάρη-μου
Τρομερή η πλεονεξία-σου
Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη
Καλά λέει εκείνος και φεύγει
Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα
στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα
Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω
Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο
και νάτος μεσ᾽ στο δρόμο
μόνος με τις βαλίτσες
Να τώρα είμ᾽ολομόναχος σαν σκύλος
κάτω απ᾽τη βροχή
έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει
είναι λυπηρό
δεν πέτυχε πολύ
τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδια να έχει
χιονοθύελλα
και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε
δραματικό
Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες
τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος
τα μπουκάλια με τα ποτά
και με τα χέρια στις τσέπες
σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας
χώνεται μέσα στην ομίχλη
Δεν υπάρχει ομίχλη
αλλά ο άντρας σκέφτεται
Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη
Λοιπόν υπάρχει ομίχλη
κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη
και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα
και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης
και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο
και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια
άλλη γέφυρα
και δεν ξέρει γιατί
Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου
πίσω από μια αφίσα…
_____
 το τέλος της ιστορίας του Jacques Prévert δικό σας…
il_570xN.61262596
***
Ποίημα του Ζακ Πρεβέρ που αφηγείται μία συνηθισμένη ερωτική ιστορία, από αυτές που βίωσαν και βιώνουν καθημερινά όσοι ερωτεύθηκαν…  Μία ερωτική ιστορία της καθημερινότητας με χιλιοειπωμένες στερεότυπες φράσεις που ανταλλάσσουν μία γυναίκα και ένας άνδρας..

1Χ1 [μία φορές το ένα]


ee-cummings-poetry-gallery-launch_165128766464

το ένα δεν είναι μισό δυο. είναι τα δυο μισό του ένα:
κι αν ξανά ολοκληρωθούν αυτά τα μισά, δε θα τύχει
θάνατος κι οποία ποσότητα μα από
όλα τ αριθμητά πλείστα το αληθινά περσότερο

πειράζει αυτούς που αγνοούν την αυστηρή θαυμάσια
αυτή την κάθε αλήθεια – να φυλάγεσαι απ ‘ αυτούς τους άκαρδους
(όταν το νυστέρι τους δοθεί, ανατέμνουν το φιλί
η , ξεπουλάνε τη λογική και ξονειρευουν τ Όνειρο )

το ένα είναι το τραγούδι που δαιμονικά κι άγγελοι τραγουδάνε
όλα τα δολοφόνο ψέματα που λέγονται από τους θνητούς κάνουνε δυο.
Οι ψεύτες ας μαραίνονται, ξεπληρώνοντας τη ζωή που τους δανείστηκε
εμείς (με κάποιο Δώρο που το λεν γέννηση με τον πεθαμό) πρέπει ν αναπτύξουμε

βαθιά στο σκοτεινό ελάχιστο τους εαυτούς μας να θυμούνται
πως η αγάπη μόνο ιππεύει τη χρόνια του.

Όλα χασ τα, τ όλο βρες

e.e. cummings

(1894-1962)

O Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς γνωστός ως ee cummings υπήρξε ποιητής, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, συγγραφέας και θεατρικός συγγραφέας από τις ΗΠΑ με ένα μεγάλο έργο που περιλαμβάνει περισσότερα από 900 ποιήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, σχέδια, πίνακες και δύο μυθιστορήματα. Θεωρείται πρωτεργάτης της μοντέρνας ποίησης και ως τέτοιος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μέχρι σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης